Η αγωγή, που κατατέθηκε την 1η Οκτωβρίου σε δικαστήριο της Florida, υποστηρίζει ότι η Pfizer παραπλάνησε καταναλωτές σχετικά με τους κινδύνους και την αποτελεσματικότητα του εμβολίου της.
Πρόκειται, ωστόσο, για ισχυρισμούς της Πολιτείας που καλούνται να κριθούν δικαστικά και όχι για τελεσίδικες δικαστικές διαπιστώσεις.
Στο επίκεντρο της προσφυγής βρίσκεται, μεταξύ άλλων, ανακοίνωση της Pfizer από την 1η Απριλίου 2021, στην οποία η εταιρεία ανέφερε ότι δεν είχαν παρατηρηθεί «σοβαρές ανησυχίες για την ασφάλεια» έως και έξι μήνες μετά τη δεύτερη δόση.
Η πλευρά της Florida υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη εικόνα ήταν παραπλανητική, καθώς, όπως αναφέρει η αγωγή, η εταιρεία διέθετε ήδη αναφορές για ανεπιθύμητα συμβάντα και γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει συγκεκριμένους κινδύνους.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά το γεγονός ότι ο ίδιος ο Albert Bourla, σε συνέντευξή του στο CNBC το 2023, δήλωσε ότι η Pfizer «εξετάζει και αναλύει συνεχώς τα δεδομένα» και ότι δεν είχε δει «ούτε ένα σήμα» ασφάλειας, παρά τη χορήγηση δισεκατομμυρίων δόσεων.
Η αγωγή της Florida επιχειρεί να αντιπαραβάλει αυτή τη δημόσια τοποθέτηση με τα δεδομένα που, σύμφωνα με την ίδια, ήταν ήδη διαθέσιμα.
Μυοκαρδίτιδα: Το ζήτημα που άλλαξε τη συζήτηση
Ένα από τα πλέον κρίσιμα σημεία της υπόθεσης αφορά τη μυοκαρδίτιδα, δηλαδή τη φλεγμονή του καρδιακού μυός, και την περικαρδίτιδα.
Η Πολιτεία της Florida υποστηρίζει ότι η Pfizer γνώριζε για αναφορές μυοκαρδίτιδας, ιδιαίτερα σε εφήβους και νεαρούς ενήλικες, ενώ επικαλείται και αναφορές χιλιάδων ανεπιθύμητων περιστατικών, μεταξύ των οποίων εγκεφαλικά επεισόδια και θάνατοι.
Η εικόνα, πάντως, είναι πιο σύνθετη από έναν απλό ισχυρισμό περί «κρυφού κινδύνου».
Ήδη από το 2021, οι αμερικανικές και ισραηλινές αρχές είχαν εντοπίσει σήμα για μυοκαρδίτιδα και οι αμερικανικές ρυθμιστικές αρχές προχώρησαν σε σχετικές προειδοποιήσεις στις πληροφορίες ασφαλείας των εμβολίων.
Η ίδια η Pfizer είχε αναγνωρίσει ότι γνώριζε αναφορές μυοκαρδίτιδας μετά τον εμβολιασμό, επισημαίνοντας τότε ότι δεν είχε τεκμηριωθεί αιτιώδης σχέση.
Στη συνέχεια, όμως, η επιστημονική και ρυθμιστική εικόνα εξελίχθηκε. Τα Centers for Disease Control and Prevention (CDC) ανέφεραν το 2023 ότι υπήρχε αιτιώδης σχέση μεταξύ των εμβολίων mRNA και της μυοκαρδίτιδας.
Και σήμερα, η ίδια η Pfizer αναφέρει στην ιστοσελίδα της ότι τα δεδομένα καταδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο μυοκαρδίτιδας και περικαρδίτιδας, ιδιαίτερα κατά την πρώτη εβδομάδα μετά τον εμβολιασμό.
Ακόμη πιο ευαίσθητο είναι το σκέλος της αγωγής που αφορά τις εγκύους και τα έμβρυα.
Ο γενικός εισαγγελέας της Florida υποστηρίζει ότι η Pfizer είχε λόγους να γνωρίζει πως υπήρχαν πιθανοί κίνδυνοι κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης.
Η αγωγή επικαλείται, μεταξύ άλλων, ευρήματα από δοκιμές σε αρουραίους, καθώς και αναφορές αποβολών που είχαν περιέλθει σε γνώση της εταιρείας έως τις αρχές του 2021.
Η Pfizer, από την πλευρά της, είχε υποστηρίξει σε έγγραφο προς τις αυστραλιανές ρυθμιστικές αρχές ότι η αυξημένη συχνότητα ορισμένων ανωμαλιών στις δοκιμές σε αρουραίους δεν θεωρήθηκε ότι σχετιζόταν με τη θεραπεία.
Παράλληλα, η σημερινή επισήμανση του εμβολίου αναφέρει ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη χρήση σε εγκύους πριν από τις 24 εβδομάδες κύησης που να επιτρέπουν την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τον κίνδυνο σοβαρών συγγενών ανωμαλιών ή αποβολής.
Επομένως, εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα της δικαστικής διαμάχης: τι γνώριζε η εταιρεία σε κάθε χρονικό σημείο, ποια δεδομένα είχε στη διάθεσή της και πώς αυτά παρουσιάστηκαν στο κοινό;
Το μεγάλο ζήτημα: Μετάδοση ή προστασία από σοβαρή νόσο;
Η αγωγή της Florida στρέφεται επίσης εναντίον του τρόπου με τον οποίο παρουσιάστηκε η ανάγκη καθολικού εμβολιασμού.
Ο Albert Bourla, σε συνέντευξή του τον Δεκέμβριο του 2020, είχε δηλώσει ότι η επιλογή κάποιου να μην εμβολιαστεί δεν θα επηρέαζε μόνο τη δική του υγεία, αλλά και τη ζωή άλλων ανθρώπων και ιδίως των αγαπημένων του.
Η Florida υποστηρίζει ότι η Pfizer και ο Bourla δημιούργησαν την εντύπωση ότι ο εμβολιασμός ήταν απαραίτητος για να σταματήσει η μετάδοση του ιού.
Ωστόσο, ήδη τον ίδιο μήνα, η Food and Drug Administration (FDA) είχε αναφέρει ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για να διαπιστωθεί εάν το εμβόλιο απέτρεπε τη μετάδοση της COVID-19.
Αργότερα, το 2022, στέλεχος της Pfizer δήλωσε ότι το εμβόλιο δεν είχε δοκιμαστεί με πρωταρχικό στόχο να αποδειχθεί η πρόληψη της μετάδοσης.
Το στοιχείο αυτό αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία της υπόθεσης, καθώς αφορά τη διαφορά μεταξύ πρόληψης σοβαρής νόσησης και πρόληψης μετάδοσης — δύο διαφορετικών επιστημονικών και κλινικών στόχων.
Η αγωγή ζητά από το δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Pfizer και ο Albert Bourla παραβίασαν τη νομοθεσία της Florida, μεταξύ άλλων τον νόμο Florida Deceptive and Unfair Trade Practices Act.
Παράλληλα, ζητείται η επιβολή προστίμων ύψους 10.000 έως 15.000 δολαρίων για κάθε παράβαση.
Η υπόθεση, επομένως, δεν αφορά μόνο την επιστημονική συζήτηση γύρω από τα εμβόλια. Αγγίζει και ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα: πόσο μακριά μπορεί να φτάσει μια φαρμακευτική εταιρεία στη δημόσια επικοινωνία ενός προϊόντος και ποια δεδομένα οφείλει να γνωστοποιεί όταν αυτά εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου;
Υπάρχει όμως και μια σημαντική δικαστική εξέλιξη
Η υπόθεση της Florida δεν πρέπει να εξετάζεται απομονωμένα. Το 2025, ομοσπονδιακός δικαστής απέρριψε παρόμοια αγωγή που είχε καταθέσει ο γενικός εισαγγελέας του Texas, κρίνοντας ότι η ομοσπονδιακή νομοθεσία παρείχε στην Pfizer προστασία από τέτοιου είδους αξιώσεις.
Η εξέλιξη αυτή δεν απαντά αυτομάτως στα ερωτήματα της νέας υπόθεσης στη Florida, αλλά αποτελεί σημαντικό νομικό προηγούμενο για το πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν αντίστοιχες αξιώσεις.
Η υπόθεση της Florida ανοίγει εκ νέου έναν φάκελο που παραμένει εξαιρετικά φορτισμένος: τι γνώριζε η Pfizer, πότε το γνώριζε και τι ακριβώς είπε στο κοινό;
Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι ισχυρισμοί της Πολιτείας ότι η εταιρεία υποβάθμισε κινδύνους και υπερέβαλε ως προς την αποτελεσματικότητα του εμβολίου.
Από την άλλη, υπάρχουν οι τότε τοποθετήσεις της Pfizer, οι μεταγενέστερες αναθεωρήσεις των ρυθμιστικών προειδοποιήσεων και η εξέλιξη των επιστημονικών δεδομένων.
Το δικαστήριο καλείται πλέον να εξετάσει όχι μόνο τι συνέβη, αλλά και ποια δεδομένα ήταν διαθέσιμα σε κάθε κρίσιμη χρονική στιγμή και εάν ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκαν στο κοινό παραβίασε τη νομοθεσία της Florida.
Μέχρι να υπάρξει δικαστική απόφαση, οι καταγγελίες της αγωγής παραμένουν καταγγελίες — όμως η υπόθεση αναμένεται να αναζωπυρώσει τη συζήτηση για την ασφάλεια των εμβολίων, την εταιρική ενημέρωση και τα όρια μεταξύ επιστημονικής επικοινωνίας και εμπορικής προώθησης.
