«Καλωσορίζουμε τη Βόρεια Μακεδονία με την ταυτότητα και τη γλώσσα της. Πιστεύουμε ότι ο μακεδονικός πολιτισμός και η μακεδονική γλώσσα μπορούν μόνο να κάνουν την Ένωσή μας πλουσιότερη», δήλωσε προκλητικά η von der Leyen
Εθνική πρόκληση συνιστά η απίστευτη δημόσια τοποθέτηση της Ursula von der Leyen από τα Σκόπια, όπου η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επέλεξε να αναφερθεί όχι μόνο στη «μακεδονική γλώσσα», αλλά και σε «ταυτότητα», διατυπώνοντας με εξαιρετικά καθαρό τρόπο τη θέση ότι η Βόρεια Μακεδονία πρέπει να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση «με την ταυτότητα και τη γλώσσα της».
«Καλωσορίζουμε τη Βόρεια Μακεδονία με την ταυτότητα και τη γλώσσα της. Πιστεύουμε ότι ο μακεδονικός πολιτισμός και η μακεδονική γλώσσα μπορούν μόνο να κάνουν την Ένωσή μας πλουσιότερη», δήλωσε η von der Leyen κατά τη συνάντησή της με τον πρωθυπουργό Hristijan Mickoski στις 2 Οκτωβρίου, προκαλώντας όλους τους Έλληνες.
Η διατύπωση είναι και πρέπει να είναι πολιτικά φορτισμένη για την Ελλάδα, επειδή αγγίζει ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία της προδοτικής και επαίσχυντης Συμφωνίας των Πρεσπών: τη διάκριση μεταξύ ιθαγένειας, γλώσσας και εθνικής ταυτότητας.
Η Συμφωνία αναγνωρίζει ρητά την επίσημη γλώσσα της γειτονικής χώρας ως «μακεδονική», διευκρινίζοντας όμως ότι πρόκειται για νοτιοσλαβική γλώσσα χωρίς σχέση με την ελληνική Μακεδονία, την αρχαία ελληνική ιστορία και την πολιτιστική κληρονομιά της.
Παράλληλα, ο όρος «μακεδονικός» στο πεδίο της εθνικότητας αφορά, σύμφωνα με την επίσημη ελληνική ερμηνεία, την ιθαγένεια — δηλαδή τον νομικό δεσμό του πολίτη με το κράτος — και όχι αναγνώριση «μακεδονικού έθνους» ή συγκεκριμένης εθνότητας.

Αναγνωρίζει μακεδονική ταυτότητα στους Σκοπιανούς

Ακριβώς εδώ βρίσκεται το πρόβλημα που προκαλεί η νέα δήλωση von der Leyen.
Η έκφραση «ταυτότητα» είναι ευρύτερη και πολιτικά πολύ πιο φορτισμένη από τον όρο «ιθαγένεια».
Δεν περιορίζεται αυτονόητα στον νομικό δεσμό πολίτη και κράτους και μπορεί να εκληφθεί ως πολιτική αναγνώριση μιας συνολικής «μακεδονικής ταυτότητας».
Η Συμφωνία των Πρεσπών, αντίθετα, όπως υπογραμμίζει ακόμη και το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, «δεν αναγνωρίζει μακεδονικό λαό ή μακεδονικό έθνος» και δεν ρυθμίζει ζητήματα εθνότητας.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η von der Leyen χρησιμοποιεί τέτοια φρασεολογία.
Ήδη από το 2022 είχε απευθυνθεί στους πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας ως «Αγαπητοί Μακεδόνες» και είχε δηλώσει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σέβεται τη «εθνική ταυτότητα» τους.
Το 2023 επανέλαβε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα υποδεχθεί κάποτε τη χώρα «με τη μοναδική της ταυτότητα και τη δική της γλώσσα».
Το γεγονός ότι η ίδια γραμμή επαναλαμβάνεται σήμερα από τα Σκόπια αποκτά ιδιαίτερο βάρος.
Για την ελληνική πλευρά, το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρησιμοποιεί την έννοια της «ταυτότητας» με τρόπο απολύτως συμβατό με τις διαχωριστικές γραμμές του άρθρου 7 της Συμφωνίας των Πρεσπών ή εάν, μέσα από μια πολιτικά γενναιόδωρη ρητορική προς τη Βόρεια Μακεδονία, θολώνει διακρίσεις που για την Αθήνα έχουν ουσιαστική ιστορική και διπλωματική σημασία.
Η ίδια η Συμφωνία ορίζει ότι οι όροι «Μακεδονία» και «Μακεδονικός» έχουν διαφορετικό ιστορικό και πολιτιστικό περιεχόμενο για τις δύο πλευρές.
Για την Ελλάδα παραπέμπουν στη βόρεια ελληνική περιοχή, στον ελληνικό πολιτισμό και στην ιστορική της κληρονομιά.
Για τα Σκόπια χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της δικής της κίβδηλης ιστορίας, κουλτούρας και γλώσσας, με τη ρητή διευκρίνιση ότι αυτά δεν συνδέονται με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.
Επομένως, η φράση «μακεδονική ταυτότητα» δεν είναι μια πολιτικά ουδέτερη επιλογή λέξεων στην ελληνική δημόσια συζήτηση.
Ανάωει φωτιές με τη «μακεδονική κουλτούρα»
Όταν η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μιλά από τα Σκόπια για «μακεδονική κουλτούρα», «μακεδονική γλώσσα» και «ταυτότητα» χωρίς στην ίδια φράση να υπενθυμίζει τις σαφείς διαφοροποιήσεις της Συμφωνίας των Πρεσπών, προσφέρει στην κυβέρνηση Mickoski ένα εξαιρετικά ισχυρό πολιτικό μήνυμα για εσωτερική κατανάλωση.
ursula_b.jpg

Τροποποίηση του Συντάγματος για τους Βούλγαρους

Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η κυβέρνηση της Βόρειας Μακεδονίας βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με ευρωπαϊκές απαιτήσεις για συνταγματικές αλλαγές.
Η von der Leyen ήταν πάντως εξίσου σαφής σε αυτό το σημείο: η πορεία προς την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να προχωρήσει εάν η Βόρεια Μακεδονία δεν υλοποιήσει τη δέσμευση για συνταγματική αναγνώριση των Βουλγάρων.
Χαρακτήρισε την τροποποίηση του Συντάγματος το «ένα κρίσιμο βήμα».
Η Κομισιόν επιχειρεί λοιπόν να διαχωρίσει δύο ζητήματα.
Από τη μία στέλνει στα Σκόπια ένα ισχυρό μήνυμα πολιτικής αναγνώρισης της γλώσσας και του αυτοπροσδιορισμού τους.
Από την άλλη ξεκαθαρίζει ότι αυτή η πολιτική στήριξη δεν αναιρεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ευρωπαϊκή διαδικασία και τη διαμάχη με τη Βουλγαρία.
Για την Ελλάδα, όμως, υπάρχει ένα διαφορετικό ερώτημα που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο: μέχρι πού μπορεί να φτάνει η ευρωπαϊκή πολιτική στήριξη προς τα Σκόπια χωρίς να δημιουργεί την εντύπωση ότι οι δήθεν προσεκτικά συμφωνημένες ισορροπίες των Πρεσπών μετατρέπονται σταδιακά σε πολύ ευρύτερη αναγνώριση μιας ενιαίας «μακεδονικής ταυτότητας»;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι απλώς σημειολογική.

Στα Βαλκάνια, οι λέξεις έχουν ιστορία

Και όταν η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επιλέγει από τα Σκόπια να μιλήσει για «ταυτότητα» και «μακεδονική κουλτούρα», η Αθήνα θα πρέπει να εξετάζει με ιδιαίτερη προσοχή όχι μόνο τι ακριβώς εννοεί η Ursula von der Leyen, αλλά και πώς αυτές οι λέξεις μπορούν να αξιοποιηθούν πολιτικά στο εσωτερικό της Βόρειας Μακεδονίας.
Μέχρι στιγμής πάντως η Ελλάδα δεν έχει απαντήσει στις προκλητικές και ανθελληνικές δηλώσεις της προέδρου από της Κομισιόν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *