Νέα στοιχεία που επικαλείται η Wall Street Journal φέρνουν στο επίκεντρο τον ρόλο της Κίνας.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, περίπου 1.300 αεροπορικές αποστολές εξαρτημάτων διπλής χρήσης έφθασαν από κινεζικές εταιρείες στο ιρανικό υπουργείο Άμυνας κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Τα φορτία περιλάμβαναν GPS, ηλεκτροκινητήρες, εξαρτήματα αεροπορικών κινητήρων και ηλεκτρονικά συστήματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο σε πολιτικές όσο και σε στρατιωτικές εφαρμογές, μεταξύ άλλων σε drones και πυραυλικά συστήματα.
Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή συμπίπτει με την περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον ενέτεινε την προσπάθεια να περιορίσει τις δυνατότητες του Ιράν μέσω κυρώσεων, περιορισμών στις μεταφορές και μέτρων κατά εταιρειών που θεωρεί ότι υποστηρίζουν τα ιρανικά στρατιωτικά δίκτυα.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει πράγματι επιβάλει κυρώσεις σε κινεζικές εταιρείες τις οποίες κατηγορεί ότι συμμετείχαν σε προμήθειες για το ιρανικό υπουργείο Άμυνας και τους Φρουρούς της Επανάστασης.
Πρόκειται για επίσημη αμερικανική θέση, την οποία το Πεκίνο δεν αποδέχεται ως απόδειξη κρατικής κινεζικής εμπλοκής.

Η απομόνωση που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ
Από την έναρξη της νέας αμερικανικής εκστρατείας πίεσης, ένας από τους βασικούς στρατηγικούς στόχους της Ουάσιγκτοιν ήταν να περιορίσει τις δυνατότητες της Τεχεράνης να ανανεώνει αποθέματα, να συντηρεί τα οπλικά της συστήματα και να αποκτά προηγμένα ηλεκτρονικά εξαρτήματα.
Όμως τα στοιχεία που παρουσιάζονται σήμερα δείχνουν ότι το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει πρόσβαση σε εναλλακτικές αλυσίδες εφοδιασμού.
Αυτό από μόνο του αποτελεί σημαντικό επίτευγμα στρατηγικής ανθεκτικότητας.
Η επιβίωση μιας χώρας υπό τόσο εκτεταμένους περιορισμούς δεν εξαρτάται μόνο από την ποσότητα των όπλων που διαθέτει.
Εξαρτάται από την ικανότητά της να διατηρεί ανοικτές εμπορικές, τεχνολογικές και διπλωματικές διόδους.
Και εδώ η Κίνα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.
Το Πεκίνο είναι ένας από τους σημαντικότερους οικονομικούς εταίρους του Ιράν και αποτελεί κρίσιμο προορισμό για το ιρανικό πετρέλαιο.
Παράλληλα, κινεζικά βιομηχανικά προϊόντα και ηλεκτρονικά εξαρτήματα παραμένουν σημαντικό τμήμα του εμπορίου μεταξύ των δύο χωρών.
Αυτό έχει επιτρέψει στην Τεχεράνη να αποφύγει την πλήρη οικονομική ασφυξία που επιδίωξαν κατά καιρούς οι αμερικανικές κυρώσεις.

Οι 1.300 αεροπορικές αποστολές και το πραγματικό τους μήνυμα
Η Wall Street Journal αναφέρει ότι οι αποστολές αυξήθηκαν την περίοδο κατά την οποία οι θαλάσσιες εμπορικές διαδρομές του Ιράν αντιμετώπιζαν ολοένα μεγαλύτερες δυσκολίες.
Η εξέλιξη των αεροπορικών μεταφορών είναι ενδεικτική.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η εφημερίδα, η Mahan Air αύξησε δραστικά τις πτήσεις της από Πεκίνο, Σαγκάη και Guangzhou προς την Τεχεράνη, από περίπου τέσσερις εβδομαδιαίως στις αρχές Μαρτίου σε περίπου 27 στα τέλη Απριλίου.
Η Mahan Air βρίσκεται εδώ και χρόνια σε αμερικανικούς καταλόγους κυρώσεων.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών υποστηρίζει ότι η εταιρεία έχει χρησιμοποιηθεί για τη μεταφορά προσωπικού και στρατιωτικού εξοπλισμού των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC).
Από την οπτική όμως της Τεχεράνης, το κρίσιμο γεγονός είναι διαφορετικό: ακόμη και υπό συνθήκες πρωτοφανούς διεθνούς πίεσης, το Ιράν κατάφερε να δημιουργήσει εναλλακτική εφοδιαστική γραμμή.
Αυτό αποκαλύπτει μια πραγματικότητα που συχνά υποτιμάται στις δυτικές πρωτεύουσες.
Οι κυρώσεις μπορούν να αυξήσουν το κόστος.
Δεν μπορούν όμως πάντοτε να διακόψουν τις ροές.
Όταν μια χώρα διαθέτει μεγάλους εμπορικούς εταίρους, ισχυρή εγχώρια βιομηχανία και πρόσβαση σε εναλλακτικά χρηματοπιστωτικά και μεταφορικά δίκτυα, η πλήρης απομόνωσή της γίνεται εξαιρετικά δύσκολη.

Η Κίνα δεν λειτουργεί ως απλός υποστηρικτής
Θα ήταν επίσης υπεραπλούστευση να παρουσιαστεί η Κίνα ως χώρα που υποστηρίζει άνευ όρων κάθε επιλογή του Ιράν.
Το Πεκίνο ακολουθεί περισσότερο σύνθετη πολιτική.
Θέλει σταθερότητα στον Περσικό Κόλπο, ασφαλείς ενεργειακές ροές και ανοιχτές θαλάσσιες οδούς.
Παράλληλα, δεν επιθυμεί μια Μέση Ανατολή στην οποία οι ΗΠΑ θα μπορούν να καθορίζουν μονομερώς ποιο κράτος θα έχει πρόσβαση στις διεθνείς αγορές.
Αυτή η λογική εξηγεί γιατί το Πεκίνο συνδυάζει οικονομικές σχέσεις με την Τεχεράνη και δημόσιες εκκλήσεις για αποκλιμάκωση.
Η Κίνα έχει απορρίψει τις κατηγορίες ότι τροφοδοτεί τον πόλεμο και υποστηρίζει ότι εφαρμόζει ελέγχους στις εξαγωγές προϊόντων διπλής χρήσης σύμφωνα με τους δικούς της νόμους και τις διεθνείς υποχρεώσεις της.
Η κινεζική θέση παραμένει ότι οι περιφερειακές διαφορές πρέπει να επιλυθούν μέσω διπλωματίας και όχι μέσω στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Αυτή η διπλή στάση —οικονομική συνεργασία και ταυτόχρονα διπλωματική παρέμβαση— είναι περισσότερο χαρακτηριστική μεγάλης δύναμης παρά απλού συμμάχου.

Το Ιράν ως παράδειγμα στρατηγικής ανθεκτικότητας
Το σημαντικότερο στοιχείο στην υπόθεση δεν είναι ίσως η ίδια η Κίνα.
Είναι το Ιράν.
Η Τεχεράνη βρίσκεται επί δεκαετίες αντιμέτωπη με κυρώσεις, οικονομικούς αποκλεισμούς, περιορισμούς στην πρόσβαση σε τεχνολογία και επαναλαμβανόμενες απόπειρες περιορισμού της στρατιωτικής της ισχύος.
Παρά τα προβλήματα, έχει καταφέρει να δημιουργήσει εγχώριες δυνατότητες σε τομείς όπως οι βαλλιστικοί πύραυλοι, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και τα συστήματα αεράμυνας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ιρανική οικονομία δεν έχει υποστεί σοβαρό κόστος.
Έχει.
Σημαίνει όμως ότι η στρατηγική της πλήρους απομόνωσης δεν έχει παραγάγει το αποτέλεσμα που επιδίωξαν οι εμπνευστές της.
Ακόμη και η Ουάσιγκτον αναγνωρίζει έμμεσα το πρόβλημα, καθώς συνεχίζει να ανακοινώνει νέους γύρους κυρώσεων εναντίον δικτύων που συνδέονται με το ιρανικό πετρέλαιο, τις αερομεταφορές και τις στρατιωτικές προμήθειες.
Όταν μια στρατηγική χρειάζεται διαρκώς νέες κυρώσεις για να διατηρήσει την αποτελεσματικότητά της, αυτό αποτελεί ένδειξη ότι ο αντίπαλος εξακολουθεί να βρίσκει τρόπους προσαρμογής.

Η τεχνολογική διάσταση
Ιδιαίτερη σημασία έχει το είδος των προϊόντων που αναφέρονται στις ιρανικές τελωνειακές καταγραφές.
GPS, ηλεκτρονικά κυκλώματα, κινητήρες και εξαρτήματα αεροπορικών συστημάτων αποτελούν προϊόντα που βρίσκονται στην καρδιά της σύγχρονης στρατιωτικής βιομηχανίας.
Όμως πολλά από αυτά έχουν ταυτόχρονα απολύτως νόμιμες πολιτικές χρήσεις.
Αυτό δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα για τα καθεστώτα κυρώσεων.
Σε έναν παγκοσμιοποιημένο τεχνολογικό κόσμο, είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποκλείσεις μια χώρα από κάθε εξάρτημα που θα μπορούσε δυνητικά να χρησιμοποιηθεί στρατιωτικά.
Η εμπειρία του Ιράν αποδεικνύει ακριβώς αυτό.
Η σύγχρονη βιομηχανική ισχύς δεν βρίσκεται μόνο στα μεγάλα οπλικά συστήματα.
Βρίσκεται και σε χιλιάδες μικρά εξαρτήματα που παράγονται μαζικά σε παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.

Η υπόθεση της δορυφορικής πληροφόρησης
Πιο σοβαρές είναι οι αμερικανικές κατηγορίες σχετικά με πιθανή χρήση κινεζικών δορυφορικών δεδομένων.
Η Wall Street Journal ανέφερε πρόσφατα ότι αμερικανικές υπηρεσίες θεωρούν πως ιρανικές δυνάμεις είχαν αποκτήσει δορυφορικές εικόνες υψηλής ανάλυσης από κινεζικές οντότητες πριν και μετά από επίθεση εναντίον αμερικανικής αεροπορικής βάσης στην Ιορδανία.
Το Πεκίνο απορρίπτει ότι η κινεζική κυβέρνηση προμήθευσε τέτοια δεδομένα για την πραγματοποίηση επίθεσης.
Αμερικανοί αξιωματούχοι επίσης δεν έχουν δηλώσει ότι υπάρχουν στοιχεία άμεσης εντολής από την κινεζική ηγεσία.
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική.
Άλλο η δραστηριότητα ιδιωτικών ή ημικρατικών εταιρειών και άλλο μια επίσημη κρατική επιχείρηση στρατιωτικής υποστήριξης.

Η Ουάσιγκτον απέναντι σε έναν διαφορετικό κόσμο
Το μεγαλύτερο στρατηγικό δίδαγμα ίσως βρίσκεται πέρα από το ίδιο το Ιράν.
Η εποχή κατά την οποία οι ΗΠΑ μπορούσαν εύκολα να αποκλείσουν ένα κράτος από το διεθνές οικονομικό σύστημα φαίνεται να γίνεται όλο και πιο περίπλοκη.
Η άνοδος της Κίνας, η διατήρηση της Ρωσίας ως μεγάλης στρατιωτικής και ενεργειακής δύναμης και η ανάπτυξη εναλλακτικών εμπορικών δικτύων έχουν δημιουργήσει ένα πιο πολυκεντρικό περιβάλλον.
Χαρακτηριστικό είναι ότι Κίνα και Ρωσία μπλόκαραν στις 17 Σεπτεμβρίου την παράταση της εντολής ανεξάρτητου μηχανισμού του ΟΗΕ για την παρακολούθηση των κυρώσεων κατά του Ιράν, κατηγορώντας τις δυτικές χώρες ότι πολιτικοποιούν το Συμβούλιο Ασφαλείας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν δεν αντιμετωπίζει τεράστιες πιέσεις.
Σημαίνει όμως ότι δεν βρίσκεται μόνο του.
Η συνάντηση Xi–Trump και το ιρανικό ζήτημα
Η δημοσιοποίηση των συγκεκριμένων στοιχείων αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος λόγω της επίσκεψης του Xi Jinping στην Ουάσιγκτον.
Ο Κινέζος πρόεδρος συναντήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου τον Donald Trump, με την εμπορική σχέση ΗΠΑ–Κίνας, την τεχνητή νοημοσύνη, την Ταιβάν και τον πόλεμο με το Ιράν να βρίσκονται μεταξύ των βασικών θεμάτων.
Για την Ουάσιγκτον, η συνεργασία Πεκίνου –Τεχεράνης αποτελεί πρόβλημα.
Για το Πεκίνο, όμως, το ζήτημα μπορεί να διατυπωθεί διαφορετικά: γιατί θα έπρεπε η Κίνα να αποδεχθεί μονομερώς ένα καθεστώς οικονομικού αποκλεισμού που σχεδιάστηκε από τις ΗΠΑ;
Αυτό είναι το βαθύτερο πολιτικό ερώτημα.

Ένας κόσμος που δεν υπακούει πλέον σε μία μόνο δύναμη
Η υπόθεση των 1.300 αεροπορικών αποστολών δείχνει ότι ο πόλεμος των κυρώσεων έχει όρια.
Το Ιράν απέδειξε ότι διαθέτει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από όση υπολόγιζαν αρκετοί στην Ουάσιγκτον.
Η Κίνα απέδειξε ότι διαθέτει την οικονομική κλίμακα για να διατηρεί εμπορικές σχέσεις ακόμη και όταν οι ΗΠΑ επιχειρούν να τις περιορίσουν.
Και μαζί αποκαλύπτουν μια σημαντική αλλαγή στη διεθνή τάξη.
Η ισχύς δεν βρίσκεται πλέον αποκλειστικά στην ικανότητα μιας χώρας να επιβάλλει κυρώσεις.
Βρίσκεται και στην ικανότητα των υπολοίπων να τις παρακάμπτουν, να προσαρμόζονται και να δημιουργούν εναλλακτικές.
Η Ουάσιγκτον επιχείρησε να μετατρέψει την απομόνωση της Τεχεράνης σε βασικό εργαλείο στρατηγικής πίεσης.
Όμως η σημερινή εικόνα δείχνει κάτι διαφορετικό.
Το Ιράν εξακολουθεί να πολεμά, να παράγει, να εισάγει και να διατηρεί διεθνείς διαύλους.
Η Κίνα εξακολουθεί να συνεργάζεται μαζί του οικονομικά, ενώ ταυτόχρονα διεκδικεί ρόλο διπλωματικής δύναμης.
Και αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο μήνυμα της υπόθεσης: σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα περισσότερο πολυπολικός, ακόμη και η ισχυρότερη χώρα δεν μπορεί πλέον να αποφασίζει μόνη της ποιος θα είναι απομονωμένος και ποιος όχι.
