//Χρήστος Γιανναράς: Ατιμώρητοι οι ένοχοι για την κατάντια των πανεπιστημίων

Χρήστος Γιανναράς: Ατιμώρητοι οι ένοχοι για την κατάντια των πανεπιστημίων

Για το κατάντημα των ελλαδικών πανεπιστημίων δεν φταίνε τα παιδιά. Ξέρουμε όλοι τους ενόχους.

Κάποιες χιλιάδες (έτσι λογάριασαν οι δημοσιογράφοι) νέα παιδιά, μερικοί ίσως και φοιτητές, επέβαλαν τις προάλλες να νεκρωθεί το κέντρο της πρωτεύουσας – μυριοστή φορά. Τι εκβίαζαν τώρα και γιατί; Να ακυρώσει η αυτάρεσκη στην καχεξία της κυβέρνησή μας τα μέτρα που σχεδιάζει για την προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, τη φύλαξη των πανεπιστημίων με ειδική υπηρεσία κλητήρων – επιτηρητών.

Σίγουρα, κάθε καινούργιος μισθοσυντήρητος του Δημοσίου που προστίθεται, βυθίζει ακόμα περισσότερο τη χώρα στον πνιγμό της ανέχειας, στη δουλεία των εξαρτήσεων. Αυτή τη διαμαρτυρία διατράνωνε η διαδήλωση των «φοιτητών»; Οχι βέβαια. Η τυραννική αυθαιρεσία τους απαιτούσε μόνο να ανακληθεί η κυβερνητική απόφαση για προστασία των πανεπιστημίων από τον αχαλίνωτο ετσιθελισμό του οποιουδήποτε.

Να συνεχίσει να έχει ανεμπόδιστη πρόσβαση στους πανεπιστημιακούς χώρους ο κάθε φυλής και γλώσσας λούμπεν αργόσχολος, πρεζάκιας, ψυχανώμαλος – να μπορεί ανεξέλεγκτος ο παρανοϊκός βάνδαλος, ο ψυχαναγκαστικός λωποδύτης, να μπαινοβγαίνουν σε αμφιθέατρα, γραφεία, σπουδαστήρια και, για το κέφι τους, να καταστρέφουν: Να διαλύουν έπιπλα, να αχρηστεύουν τεχνολογικό εξοπλισμό, να ατιμάζουν έργα ζωγραφικής και γλυπτά, να γράφουν χυδαιότητες στους τοίχους, να προπηλακίζουν καθηγητές, να διαπομπεύουν εκλεγμένους πρυτάνεις.

Με ποια λογική οι διαδηλωτές, που φάνταζαν χιλιάδες, απαιτούσαν να συνεχίζεται ανεμπόδιστα αυτή η παράνοια και φρίκη; Μα, μόνο, με τη λογική της «μη αστυνόμευσης» – να είναι ανεξέλεγκτη από κάθε εξουσία, όχι απλώς η διδασκαλία, η έρευνα, η μέθοδος, η τεχνογνωσία, η επιστημονική γνώμη, αντίρρηση, άποψη, αλλά και ο τραμπουκισμός, οι βανδαλισμοί, ο φανατισμός, η μικρονοϊκή αισχρουργία. Κάθε θεσμοποιημένος έλεγχος, υπηρετικός της κοινωνικής αυτοπροστασίας, είναι αυταρχισμός, αυθαιρεσία χούντας!

Αυτή η «λογική» των «χιλιάδων» διαδηλωτών μοιάζει με κατεστημένη συλλογική παράνοια, μαζοχιστικό σύνδρομο που διαρκεί σαράντα επτά (47) ολόκληρα χρόνια. Μισός αιώνας συλλογικού εθισμού σε μιαν εσκεμμένη παρανοϊκή φοβία. Ομως, δεν πρόκειται για λοιμώδη πανδημία, πρόκειται, ολοφάνερα, για επιδέξια οργανωμένο και θριαμβικά θεσμοποιημένο στρατήγημα. Στόχος του στρατηγήματος: να δυναστεύουν οι κομματικές νεολαίες τα πανεπιστήμια, προκειμένου να ανανεώνουν τα κόμματα την «εγγράμματη» πελατεία τους, επομένως και τη στελέχωσή τους από τα πανεπιστήμια, φέουδα των κομμάτων.

Μετρήστε, πόσα στελέχη, σε κάθε κόμμα, άρχισαν την «πολιτική» τους καριέρα από τα φοιτητικά τους χρόνια – μετρήστε και θα καταλάβετε. Υπολογίστε (από το επίπεδο της γλωσσικής εκφραστικής, την ελλειμματική οξύνοια, την ακαλλιέργητη συμπεριφορά) πόσοι υπουργοί και βουλευτές των τελευταίων 47 χρόνων πήραν πανεπιστημιακό πτυχίο χάρη στην κομματική τους στράτευση. Μετρήστε και θα καταλάβετε ότι στα φοιτητικά χρόνια αρχίζει το έγκλημα – οι έμπειροι της κομματικής αγοράς ξέρουν να διακρίνουν τους μειονεκτικούς και τους αδίστακτους: είναι οι δυο κατηγορίες οι πιο ευάλωτες στον προσηλυτισμό.

Οι μειονεκτικοί και οι αδίστακτοι. Γι’ αυτό και τα δολώματα χυδαία: «Αν έρθεις σε μας, θα ξέρεις από πριν τα θέματα των εξετάσεων σε δύο ή τρία ή και τέσσερα μαθήματα “δικών μας” καθηγητών. Εκδρομές δωρεάν κάθε τόσο. Πάρτι δικά μας και γνωριμίες για να μη στεγνώνεις στη μοναξιά. Σίγουρη προώθηση στα μεταπτυχιακά. Δες τον τάδε, δες τον δείνα: έγιναν υπουργοί δέκα μόλις χρόνια μετά το πανεπιστήμιο»!

Τα κόμματα δεν θα αφήσουν, ποτέ, να ξεφύγουν τα πανεπιστήμια από τον έλεγχό τους. Ποιο έγκλημα είναι μεγαλύτερο, δεν ξέρω – να πλεονάζουν στη διαχείριση των κοινών, σκόπιμα, οι μειονεκτικοί και οι αδίστακτοι ή να νεκρώνεται, σκόπιμα, η νεανική ευαισθησία έστω και ενός μόνο παιδιού; Στο σημείο αυτό η επιφυλλίδα, για πρώτη και μοναδική φορά, θα παρεμβάλει αφήγημα. Ισως σαν πολύ μακρινό σινιάλο συγκίνησης, σε χαμένον στον χρόνο και στο πλήθος παραλήπτη.

Θυμάμαι. Πολύ πρωί, μου είχαν τηλεφωνήσει οι κλητήρες από το πανεπιστήμιο: «Είχαμε κατάληψη τη νύχτα. Σπάσανε πόρτες, κατέστρεψαν γραφεία, μπήκαν και στο δικό σας». Δεν καθυστέρησα, έτρεξα αμέσως, στον περίβολο με περίμενε ένας υπάλληλος – με συνόδεψε, με έγνοια για το ενδεχόμενο σοκ: Είχαν σπάσει την πόρτα κομμάτια, δεν παραβίασαν απλώς την κλειδαριά. Ολα μέσα στον χώρο του γραφείου σπασμένα, τσακισμένα, πεταμένα σκόρπια στο πάτωμα. Το έπιπλο γραφείο, δίχως συρτάρια, αναποδογυρισμένο πάνω σε σωρούς από χειρόγραφα, φακέλους, υπηρεσιακά έγγραφα, αλληλογραφία, στοίβες σημειώσεων, σκόρπιες στον σωρό φωτογραφίες των παιδιών μου, σχεδιάσματα άρθρων, διαλέξεων, μαθημάτων. Μαζί, σκόρπια κομμάτια από ένα βάζο και όσα καδράκια είχα στους τοίχους, μαζί κουβαριασμένο και ένα κέντημα της γυναίκας μου που το είχα κορνιζάρει. Εικόνα παραλογισμού, ανεξήγητου μένους.

Και να, που σε μια κόχη του τουμπαρισμένου γραφείου διακρίνω γαντζωμένο σημείωμα σε φύλλο από επιτραπέζιο ημερολόγιο. Διαβάζω: «Είναι τώρα τρεις ώρες που κάθομαι εδώ και χαζεύω τον κόσμο σου. Τόσο διαφορετικόν από τον δικό μου. Συγνώμη»! Αυτή τη «συγνώμη» τη φυλάω θυμητάρι ακριβό. Είναι κοινότοπο, αλλά σίγουρα στέρεο, να πω: Για το κατάντημα των ελλαδικών πανεπιστημίων δεν φταίνε τα παιδιά. Ξέρουμε όλοι τους ενόχους.

Καθημερινή