Το ποσό αυτό θεωρείται από αναλυτές ως το απολύτως ελάχιστο, καθώς δεν περιλαμβάνει σειρά τομέων, όπως η εκπαίδευση, η αστυνόμευση, η δικαιοσύνη, το σωφρονιστικό σύστημα και η υγειονομική περίθαλψη, γεγονός που σημαίνει ότι η πραγματική επιβάρυνση είναι πολύ μεγαλύτερη.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του δημοσιογράφου της «Welt», Björn Harms, ο οποίος βασίστηκε σε στοιχεία που προέρχονται σε μεγάλο βαθμό απευθείας από τη γερμανική κυβέρνηση, το κράτος έχει επιβαρυνθεί με τουλάχιστον 400 δισεκατομμύρια ευρώ.
Παράλληλα, όπως αναφέρεται στο Remix, άλλες εκτιμήσεις ανεβάζουν το κόστος σε τρισεκατομμύρια ευρώ όταν συνυπολογιστούν οι συνέπειες της μετανάστευσης.
Τα δεδομένα αυτά τροφοδοτούν τη συζήτηση σχετικά με τη μαζική μετανάστευση σε χώρες με ισχυρό κοινωνικό κράτος, όπως η Γερμανία.
Ειδικότερα, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση κατέγραψε περισσότερα από 242 δισεκατομμύρια ευρώ σε δαπάνες σχετιζόμενες με τους πρόσφυγες μεταξύ των ετών 2016 και 2025, στοιχεία που επιβεβαιώνονται από εκθέσεις της Bundestag και του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομικών.
Σε ετήσια βάση, οι δαπάνες ανέρχονταν σε 20,1 δισεκατομμύρια ευρώ το 2016, κορυφώθηκαν στα 28,3 δισεκατομμύρια ευρώ το 2022 και στα 29,6 δισεκατομμύρια ευρώ το 2023, ενώ διαμορφώθηκαν στα 28 δισεκατομμύρια ευρώ το 2024 και στα 24,8 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025.
Το δεκαετές σύνολο των 242,5 δισεκατομμυρίων ευρώ αντιπροσωπεύει περίπου το 5,8% των συνολικών δαπανών του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού της περιόδου, καλύπτοντας κοινωνικά επιδόματα μετά τις διαδικασίες ασύλου, μέτρα ένταξης, ενισχύσεις σε κρατίδια και δήμους, καθώς και άλλα σχετικά προγράμματα.
Πέραν της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, τα 16 κρατίδια συνεισέφεραν περισσότερα από 100 δισεκατομμύρια ευρώ από τους δικούς τους προϋπολογισμούς, ενώ οι δήμοι προσέθεσαν επιπλέον δισεκατομμύρια, μαζί με τα συμπληρωματικά κόστη στην υγεία, την εκπαίδευση και τη δικαιοσύνη.
Η κεντρική εκτίμηση
Ανεξάρτητες ανακατασκευές συγκλίνουν σε μια κεντρική εκτίμηση περίπου 340 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ άλλες προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων δαπανών, φθάνουν τα 450 δισεκατομμύρια ευρώ.
Στον ακαδημαϊκό χώρο παρουσιάζονται ακόμη υψηλότερα ευρήματα.
Ο καθηγητής Bernd Raffelhüschen, ειδικός στον τομέα των δημόσιων οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ, δημοσίευσε μελέτη το 2024 σύμφωνα με την οποία η μαζική μετανάστευση είχε ήδη κοστίσει στη Γερμανία 5,8 τρισεκατομμύρια ευρώ, ενώ το μακροπρόθεσμο κόστος θα μπορούσε να ανέλθει έως και τα 19,2 τρισεκατομμύρια ευρώ.
Ο Björn Harms και άλλοι αναλυτές χαρακτηρίζουν τα 400 δισεκατομμύρια ευρώ ως ελάχιστη βάση, διότι οι ειδικοί δεν έχουν καταφέρει να αποτυπώσουν με ακρίβεια το κόστος σε μια σειρά τομέων, το οποίο εκτιμάται σε δεκάδες δισεκατομμύρια σε βάθος δεκαετίας.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τα δικαστικά έξοδα και η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, για την οποία η Γερμανία δαπανά από 9 έως 20 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Όπως είχε αναφέρει προηγουμένως το Remix News, ένα δυσανάλογα μεγάλο μερίδιο των εγκληματιών είναι αλλοδαποί, γεγονός που συνεπάγεται ετήσιο κόστος δισεκατομμυρίων ευρώ.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση του Σαουδάραβα πολίτη Taleb A., ο οποίος οδήγησε το αυτοκίνητό του σε χριστουγεννιάτικη αγορά στο Μαγδεμβούργο, προκαλώντας τον θάνατο έξι ανθρώπων και τον τραυματισμό περισσότερων από 300.
Για τη διεκπεραίωση της συγκεκριμένης δίκης και τη φιλοξενία πάνω από 170 συνεναγόντων με τις νομικές ομάδες τους, το δικαστήριο του Μαγδεμβούργου κατασκεύασε εξειδικευμένη εγκατάσταση υψηλής ασφαλείας κόστους 4,5 εκατομμυρίων ευρώ.
Παράλληλα, στα επίσημα στοιχεία δεν περιλαμβάνεται το κόστος για την αστυνομία και την εσωτερική ασφάλεια.
Η εγκληματικότητα στη Γερμανία σημειώνει σημαντική αύξηση από το 2016. Σύμφωνα με τη Eurostat, η χώρα διέθετε τότε 244.318 αστυνομικούς (περίπου 301 ανά 100.000 κατοίκους).
Σήμερα, η Ομοσπονδιακή Αστυνομία έχει ενισχυθεί σε 55.000 έως 60.000 υπαλλήλους (με περίπου 41.000 ενεργούς αξιωματικούς στην πρώτη γραμμή) για την κάλυψη των αναγκών στα σύνορα, στους μεταφορικούς κόμβους και στα αεροδρόμια.
Εκτός από τη δαπάνη για τη στελέχωση αυτή, επισημαίνεται και το μη ποσοτικοποιήσιμο ανθρώπινο κόστος από περιστατικά βίας.
Δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ κατευθύνονται επίσης στην εκπαίδευση των μεταναστών.
Στο σύστημα προσχολικής ηλικίας, για παράδειγμα στο Βερολίνο, η δημόσια χρηματοδότηση ανέρχεται σε 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, την ώρα που το 57,4% των παιδιών προσχολικής ηλικίας έχει μεταναστευτικό υπόβαθρο.
Επιπλέον, υπάρχουν έξοδα απελάσεων, διοικητικές δαπάνες και νοσοκομειακή περίθαλψη.
Επιπτώσεις
Οι επιπτώσεις επεκτείνονται και στην καθημερινότητα των Γερμανών πολιτών μέσω του αυξημένου κόστους ενοικίασης, της αυξημένης κυκλοφορίας, των υπερπλήρων σχολείων και των μεγαλύτερων χρόνων αναμονής στα νοσοκομεία.
Επίσης, εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες αποκτούν τη γερμανική υπηκοότητα με ταχείς ρυθμούς, ενώ εκατομμύρια έχουν πολιτογραφηθεί τις τελευταίες δεκαετίες.
Οι δαπάνες για την εκπαίδευση και την υγειονομική περίθαλψη των ομάδων αυτών δεν προσμετρώνται στο αρχικό φορολογικό βάρος, ενώ ορισμένες ομάδες, όπως ο τουρκικός πληθυσμός, συνεχίζουν να αποτελούν καθαρό οικονομικό βάρος.
Ιδιαίτερα σημαντική δαπάνη αποτελεί η στέγαση. Έρευνα του Harms σε 320 από τις 401 περιφέρειες και αυτόνομες πόλεις έδειξε ότι τον Μάρτιο του 2026 υπήρχαν τουλάχιστον 4.437 συλλογικά κέντρα υποδοχής με σχεδόν 295.000 κατοίκους.
Σε εθνικό επίπεδο, περίπου ένας στους 227 ανθρώπους στη Γερμανία ζει σε καταλύματα ασύλου που χρηματοδοτούνται από τους φορολογούμενους. Από την κατάσταση αυτή έχουν επωφεληθεί ιδιοκτήτες ακινήτων, ξενοδόχοι και δημοτικές εταιρείες.
Για παράδειγμα, στο Αμβούργο, η δημοτική εταιρεία Fördern & Wohnen είδε τα έσοδά της να αυξάνονται από 60 εκατομμύρια ευρώ το 2013 σε 747 εκατομμύρια ευρώ το 2025, ενώ το προσωπικό της αυξήθηκε από 948 σε 2.228 υπαλλήλους.
Σύμφωνα με την ετήσια έκθεσή της, πρώην διευθυντής της εταιρείας που παρέμεινε στη θέση για λιγότερο από πέντε μήνες το 2025 έλαβε συνολικές πληρωμές 453.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης αποζημίωσης απόλυσης.
Παρόμοια παραδείγματα καταγράφονται και στο Βερολίνο, όπως η δεκαετής μίσθωση πρώην συγκροτήματος γραφείων στην οδό Hasenheide στο Kreuzberg για τη φιλοξενία έως και 921 ατόμων από τις αρχές Οκτωβρίου 2026.
Παράλληλα, η μετανάστευση έχει οδηγήσει σε ανάπτυξη του κοινωνικού τομέα.
Ο αριθμός των κοινωνικών λειτουργών και κοινωνικών παιδαγωγών αυξήθηκε από 278.000 το 2015 σε 351.000.
Στον τομέα των μαθημάτων ένταξης, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση διέθεσε περίπου 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ σε έτη αιχμής, με αναμενόμενα έσοδα 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ το 2024, αν και τα αποτελέσματα κρίνονται περιορισμένα.
Το ποσοστό επιτυχίας στις εξετάσεις για το επίπεδο B1 κυμαίνεται γύρω στο 55%, με αποτέλεσμα σημαντικό ποσοστό συμμετεχόντων να εγκαταλείπει τα μαθήματα με χαμηλότερο ή καθόλου γλωσσικό προσόν.
Ο Harms επισημαίνει ότι γύρω από τη μετανάστευση και το άσυλο έχει διαμορφωθεί μια βιομηχανία με οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα, όπου κρατικές επιχειρήσεις, ιδιώτες ιδιοκτήτες, πάροχοι μαθημάτων και ΜΚΟ παράγουν συνεχώς έσοδα.
Παρά τις εξαγγελίες των κυβερνήσεων για «μεταστροφή της μετανάστευσης», οι ομάδες συμφερόντων που υποστηρίζουν τις πολιτικές ανοιχτών συνόρων διατηρούν τη δυναμική τους, την ώρα που η πλειοψηφία των Γερμανών πολιτών εμφανίζεται αντίθετη.
