Μόνο που, στην οικονομία, όπως και στη ζωή, τα θαύματα θέλουν εξηγήσεις.
Η πρόταση Τσίπρα για μεσοσταθμική μείωση κατά 30% της τιμής του ρεύματος είναι αναμφίβολα ένα από τα πιο «δυνατά» σημεία του οικονομικού προγράμματος.
Πολιτικά ακούγεται εξαιρετικά.
Ο καταναλωτής βλέπει έναν λογαριασμό μειωμένο σχεδόν κατά ένα τρίτο και δύσκολα θα διαφωνήσει.
Το ερώτημα όμως αρχίζει ακριβώς εκεί που τελειώνει το σύνθημα.
Γιατί το ρεύμα δεν τιμολογείται με πολιτικές αποφάσεις.
Έχει κόστος παραγωγής, χονδρεμπορική αγορά, δικαιώματα εκπομπών, δίκτυα, φόρους και μια σειρά από επιβαρύνσεις που δεν εξαφανίζονται επειδή αποφασίσαμε να τις μειώσουμε.
Η πρόταση μιλά για μακροχρόνια συμβόλαια παραγωγής χαμηλού κόστους και αλλαγή του μοντέλου τιμολόγησης. Ωραία.
Αλλά υπάρχει μια λεπτομέρεια που δεν είναι καθόλου… λεπτομέρεια:
Όταν η αγορά ανεβαίνει, ποιος θα πληρώνει τη διαφορά ώστε ο καταναλωτής να συνεχίσει να βλέπει -30% ; Οι παραγωγοί;
Θα δεχθούν να πουλούν μόνιμα φθηνότερα από την αγορά;
Το Δημόσιο; Και αν ναι, από ποιον δημοσιονομικό χώρο;
Ή μήπως ο λογαριασμός θα μεταφερθεί σε κάποια άλλη χρέωση, ώστε το 30% να εμφανίζεται στον έναν λογαριασμό και να επιστρέφει από την πίσω πόρτα στον άλλον;
Γιατί το δύσκολο δεν είναι να πεις «θα μειώσουμε το ρεύμα 30%».
Το δύσκολο είναι να εξηγήσεις με ποιον μηχανισμό, με ποια χρήματα και για πόσο καιρό. Και εδώ χρειάζονται μαθηματικά, όχι συνθήματα.
Διότι στην ενέργεια μπορείς να αλλάξεις τον τρόπο τιμολόγησης.
Δεν μπορείς όμως να καταργήσεις το κόστος.
Το 30% λοιπόν είναι μια πολύ ωραία πολιτική υπόσχεση.
Τώρα μένει να αποδειχθεί ότι μπορεί να γίνει και λογαριασμός χωρίς κρυφά ψιλά γράμματα.
