Τα κυβερνητικά πλεονάσματα «γεννούν» ελλείμματα στους πολίτες, σημειώνει ο καθηγητής στο Bard College της Νέας Υόρκης και Επίτιμος Πρόεδρος του Ινστιτούτου Levy
Ανησυχητικό σήμα κινδύνου για την πορεία την οποία διαγράφει η ελληνική οικονομία εκπέμπει ο Επίτιμος Πρόεδρος του Ινστιτούτου Levy και καθηγητής στο Bard College της Νέας Υόρκης, Δημήτρης Παπαδημητρίου, ανατρέποντας το κυρίαρχο success story και προειδοποιώντας για τον ορατό κίνδυνο μιας νέας δομικής κρίσης στο ορατο μέλλον.
Σε αποκλειστική παρέμβαση στο Banking News και στον Νίκο Μπαρτζελιώτη, αναλύει το βαθύ μακροοικονομικό παράδοξο της χώρας: πώς η επιμονή στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μεταφράζεται νομοτελειακά σε ασφυκτικά ελλείμματα και διόγκωση του ιδιωτικού χρέους για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Πράγματι, με το Ταμείο Ανάκαμψης (RRF) να ολοκληρώνει τον κύκλο του το 2026, τον πληθωρισμό να ροκανίζει την αγοραστική δύναμη και το τρέχον παραγωγικό μοντέλο να εξαντλείται στα όρια μιας «οικονομίας του καφέ», η επόμενη ημέρα φαντάζει εξαιρετικά αβέβαιη.
Σε αντίθεση με τις αισιόδοξες προβλέψεις της κυβέρνησης και των διεθνών οργανισμών, η ανάγνωση του Δημήτρη Παπαδημητρίου που ακολουθεί προειδοποιεί: αν η πρόσφατη κρίση ήταν γέννημα του δημόσιου χρέους, η επόμενη απειλή είναι ήδη εδώ και ακούει στο όνομα «ιδιωτικό χρέος».Το Levy Institute υποστηρίζει ότι μετά το 2027 η ελληνική οικονομία ενδέχεται να εισέλθει σε νέα κρίση. Ποιοι είναι οι τρεις βασικοί δείκτες που σας οδηγούν σε αυτή την εκτίμηση; Γιατί αυτή διαφέρει τόσο από τις προβλέψεις της ελληνικής κυβέρνησης, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΔΝΤ;

Με βάση τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, οι κύριοι μοχλοί ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια ήταν η κατανάλωση και οι επενδύσεις, οι οποίες προήλθαν κυρίως από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) της ΕΕ.
Το πρόγραμμα αυτό ολοκληρώνεται το 2026, με περιορισμένη επίδραση το 2027. Ελλείψει συνεχιζόμενης επενδυτικής χρηματοδότησης από την ΕΕ, η προσήλωση της κυβέρνησης στη δημιουργία δημοσιονομικού πλεονάσματος κάθε χρόνο και ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός θα προκαλέσουν αποδυνάμωση των βασικών κινητήριων δυνάμεων της ανάπτυξης.
Συνεπώς, δεν προμηνύονται θετικές προοπτικές ανάπτυξης για το 2027 και τα επόμενα χρόνια.
Βεβαίως, ο Τουρισμός θα συνεχίσει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, όμως η καθαρή συμβολή του στην ανάπτυξη παραμένει περιορισμένη, καθώς σημαντικό μέρος των προϊόντων και υπηρεσιών που συνδέονται με αυτόν εισάγεται, μειώνοντας έτσι το αναπτυξιακό του αποτύπωμα.
Οι εισαγωγές εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό αρνητικό παράγοντα, και δεν έχει ανακοινωθεί κάποια δημόσια πολιτική που να στοχεύει στην αύξηση των καθαρών εξαγωγών, η οποία και θα συμβάλει θετικά στην οικονομική μεγέθυνση.

Πώς εξηγείτε το παράδοξο ότι η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται σε όρους ΑΕΠ ενώ η πραγματική αγοραστική δύναμη και το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων πολιτών παραμένουν μεταξύ των χαμηλότερων στην Ευρωπαϊκή Ένωση;

Η ανάπτυξη σε όρους ΑΕΠ δεν είναι μια δίκαιη και ισόρροπη ανάπτυξη.
Το υψηλό επίπεδο έμμεσης φορολογίας (ΦΠΑ), σε συνδυασμό με τον υψηλό πληθωρισμό και τη στασιμότητα των μισθών, μειώνουν το διαθέσιμο εισόδημα και την αγοραστική δυνατότητα των νοικοκυριών.
Έχει αποδειχθεί ότι το κόστος βασικών αγαθών και υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων της ενέργειας, της τηλεφωνίας και άλλων αναγκαίων υπηρεσιών, είναι υψηλότερο στην Ελλάδα από ό,τι σε άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ.
Αυτό περιορίζει την αγοραστική δύναμη των πολιτών και, δεδομένου ότι το φαινόμενο αυτό συνεχίζεται, η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια διαρκή τάση υποχώρησης της πραγματικής αγοραστικής δύναμης.

Η Ελλάδα πολλές φορές περιγράφεται ως μια «οικονομία της καφετέριας», εξαρτημένη από τον Τουρισμό και τις υπηρεσίες. Ποια θα έπρεπε να είναι τα βασικά συστατικά ενός νέου παραγωγικού μοντέλου για την Ελλάδα και πόσος χρόνος θα απαιτούνταν ρεαλιστικά για μια τέτοια μετάβαση;

Η ελληνική οικονομία θεωρείται λανθασμένα ως μια οικονομία που βασίζει την ανάπτυξή της στον Τουρισμό — οι πολίτες χαρακτηρίζονται ως «γκαρσόνια της Ευρώπης», κατά τη γνωστή ρήση του Ανδρέα Παπανδρέου.
Πράγματι, έχει διαμορφωθεί μια «οικονομία του καφέ», χωρίς σοβαρές προοπτικές διαφοροποίησης προς κλάδους που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο.
Ένα τέτοιο μοντέλο θα έπρεπε να εστιάζει στην παραγωγή ενέργειας (ηλιακή και αιολική), στη μεταποίηση με υψηλότερο τεχνολογικό περιεχόμενο, καθώς και στην προώθηση και παροχή φορολογικών κινήτρων για νεοφυείς high tech επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στον τομέα της ανάπτυξης λογισμικού.
Αυτές οι δραστηριότητες μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα τόσο στη βιομηχανία όσο και στη γεωργία, καλύπτοντας εγχώρια και διεθνή ζήτηση.
Μια τέτοια στρατηγική θα μείωνε την εξάρτηση από τις εισαγωγές και θα ανέστρεφε τη διαρκή διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος και του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών.

Πιστεύετε ότι το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) αποτέλεσε μια χαμένη ευκαιρία για τον δομικό μετασχηματισμό του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου; Αν ναι, υπάρχει ακόμη περιθώριο διόρθωσης;

Η σύντομη απάντηση είναι «ναι».
Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αποτέλεσε χαμένη ευκαιρία για τον διαρθρωτικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας.
Οι πόροι του χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για τη συνέχιση της υφιστάμενης κατάστασης («business as usual») και την κάλυψη δημοσίων δαπανών, παρά τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό τους προς επενδύσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα, την πράσινη μετάβαση και τον εκσυγχρονισμό των δημόσιων υπηρεσιών.
Αναμφίβολα, ορισμένες από αυτές τις παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν, αλλά σε πολύ μικρότερη κλίμακα από αυτήν που θα μπορούσε να μεταμορφώσει ουσιαστικά την οικονομία.

Με την επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα στη δημόσια σφαίρα, βλέπετε να υπάρχει περιθώριο στην ελληνική κοινωνία για ένα εναλλακτικό οικονομικό αφήγημα απέναντι στο σημερινό μοντέλο που βασίζεται στη δημοσιονομική πειθαρχία και στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα;

Εάν οι κρατικοί προϋπολογισμοί συνεχίσουν να είναι προσανατολισμένοι στη «δημοσιονομική πειθαρχία και τη δημιουργία υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων», δεν διακρίνω σημαντικές δυνατότητες αλλαγής του σημερινού οικονομικού μοντέλου.
Η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα ενδέχεται να μεταβάλει τις προτεραιότητες της δημόσιας πολιτικής, για παράδειγμα στην Υγεία, την Παιδεία ή σε ένα πιο προοδευτικό σύστημα άμεσης και έμμεσης φορολογίας που θα μειώνει τις περιφερειακές και κοινωνικές ανισότητες.
Ωστόσο, δεν θα επηρεάσει ουσιαστικά το σημερινό παραγωγικό μοντέλο.
Είναι πιθανό, πάντως, ότι εάν δοθεί το πράσινο φως για αύξηση του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα μπορούσαν να ανακύψουν νέες ευκαιρίες για διαρθρωτικό μετασχηματισμό. Σημειώστε όμως ότι πρόκειται για ένα μεγάλο «αν».

Ως πρώην υπουργός κατά την περίοδο 2015–2019, βλέπετε σήμερα την επανεμφάνιση διαρθρωτικών προβλημάτων που ήταν κεντρικά και τότε, όπως η στασιμότητα των μισθών, οι ανισότητες και η αδύναμη εγχώρια ζήτηση;

Το χαρτοφυλάκιό μου αφορούσε την οικονομία και την ανάπτυξή της.
Η σημερινή οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών με χαμηλό και μεσαίο εισόδημα είναι ιδιαίτερα δυσμενής. Μια σειρά από έρευνες —συμπεριλαμβανομένων εκείνων της Eurostat— καταδεικνύουν τις δυσκολίες των νοικοκυριών να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες.
Παρότι ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι οι συμμετέχοντες θεωρούν πως η οικονομική τους κατάσταση ήταν καλύτερη το 2019 απ’ ό,τι σήμερα, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα οι μισθοί να συνεχίσουν να παραμένουν στάσιμοι, παρά τη σταδιακή αύξηση του κατώτατου μισθού για τη συμμόρφωση με τη σχετική ευρωπαϊκή οδηγία.
Η επιδείνωση του διαθέσιμου εισοδήματος θα εντείνει τις ανισότητες και θα επιβαρύνει περαιτέρω τις συνθήκες διαβίωσης των Ελλήνων, αποδυναμώνοντας παράλληλα την εγχώρια ζήτηση.

Κινδυνεύει η Ελλάδα να επαναλάβει τα λάθη που προκάλεσαν μακροοικονομικές ανισορροπίες που οδήγησαν στην κρίση του 2009–2013, ιδίως λόγω της συμπίεσης των χρηματοοικονομικών ισοζυγίων του ιδιωτικού τομέα;

Η μακροοικονομική ταυτότητα που συνδέει τον ιδιωτικό, τον δημόσιο και τον εξωτερικό τομέα δεν αποτελεί θεωρία, αλλά μια σχέση που καθοδηγεί την οικονομική πολιτική.
Εφόσον το άθροισμα των χρηματοοικονομικών ισοζυγίων των τριών τομέων πρέπει να ισούται με μηδέν, η διατήρηση πλεονασμάτων στον δημόσιο τομέα θα δημιουργεί αναγκαστικά αυξανόμενα ελλείμματα και χρέη στον ιδιωτικό τομέα.
Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον και τελικά θα οδηγήσει σε κρίση.
Η υπερχρέωση του ιδιωτικού τομέα θα επηρεάσει αρνητικά την εγχώρια ζήτηση, θα αυξήσει το κόστος χρηματοδότησης του αυξανόμενου εξωτερικού χρέους, θα ενισχύσει τη χρηματοπιστωτική αστάθεια και θα οδηγήσει την οικονομία σε ύφεση.
Η κρίση του 2009–2013 ήταν αποτέλεσμα της διόγκωσης των ελλειμμάτων του δημόσιου τομέα, ενώ ο ιδιωτικός τομέας βρισκόταν σε πλεονασματική θέση. Η επόμενη κρίση θα προκύψει από τη μη βιωσιμότητα του συσσωρευμένου χρέους του ιδιωτικού τομέα.

Ποια θα πρέπει να είναι η βασική οικονομική στρατηγική της Ελλάδας για την επόμενη δεκαετία;

Μικρότερη εξάρτηση από τον Τουρισμό και διαρθρωτικός μετασχηματισμός της οικονομίας με στόχο τη σημαντική μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές, όπως περιγράφεται παραπάνω.
dimitri-e1745517054833.jpeg

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *