Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με αποκαλυπτική έρευνα του αμερικανικού δημοσιογραφικού οργανισμού ProPublica, η συμφωνία δεν προβλέπει σαφείς εγγυήσεις για τα οικονομικά οφέλη που θα αποκομίσει η Βενεζουέλα, παρά τις διαβεβαιώσεις του Λευκού Οίκου για έσοδα εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η συμφωνία ανακοινώθηκε στα τέλη Αυγούστου από τον Donald Trump, ο οποίος τη χαρακτήρισε «τη μεγαλύτερη πετρελαϊκή συμφωνία στην παγκόσμια ιστορία».
Για λογαριασμό της αμερικανικής κυβέρνησης, το κείμενο υπέγραψαν ο υπουργός Εξωτερικών Marco Rubio και ο υπουργός Άμυνας Pete Hegseth.
Ωστόσο, οι πλήρεις όροι της παρέμεναν εμπιστευτικοί, μέχρις ότου η ProPublica απέκτησε και εξέτασε αντίγραφο του εγγράφου, έκτασης 18 σελίδων.
Πετρέλαιο στα 30 δολάρια και προνομιακή πρόσβαση για 50 χρόνια
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας, η Ουάσιγκτον αποκτά το δικαίωμα να αγοράζει το 20% της παραγωγής της North American Blue Energy Partners (NABEP) στην τιμή των 30 δολαρίων ανά βαρέλι, επίπεδο σημαντικά χαμηλότερο από τις πρόσφατες διεθνείς τιμές του πετρελαίου.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ εξασφαλίζουν δικαίωμα προτεραιότητας για την αγορά της υπόλοιπης παραγωγής της εταιρείας για χρονικό διάστημα 50 ετών.
Σε περίπτωση εθνικής έκτακτης ανάγκης, η αμερικανική κυβέρνηση αποκτά επιπλέον το δικαίωμα αγοράς του συνόλου της διαθέσιμης παραγωγής.
Πρόκειται για ρυθμίσεις που παρέχουν στην Ουάσιγκτον μακροπρόθεσμη πρόσβαση σε σημαντικές ποσότητες πετρελαίου, ενισχύοντας τη θέση της στην ενεργειακή αγορά.
Πάντως, η τιμή των 30 δολαρίων δεν περιλαμβάνει το σύνολο του κόστους μεταφοράς και επεξεργασίας του βαρέος βενεζουελάνικου αργού, γεγονός που σημαίνει ότι το τελικό κόστος προμήθειας μπορεί να είναι υψηλότερο.
Μετοχικό ποσοστό 35% στην NABEP – Ποιος είναι ο Alejandro Betancourt
Η συμφωνία προβλέπει επίσης την απόκτηση μετοχικού ποσοστού 35% από την αμερικανική κυβέρνηση στην NABEP, μέσω συμμετοχής στη μητρική της εταιρεία, η οποία είναι καταχωρισμένη στα Μπαρμπάντος.
Κεντρικό πρόσωπο της επιχειρηματικής συμφωνίας είναι ο Βενεζουελανός δισεκατομμυριούχος Alejandro Betancourt, ο οποίος ελέγχει την NABEP.
Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του Betancourt έχουν αποτελέσει αντικείμενο ερευνών για πιθανή νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε διάφορες χώρες, χωρίς, σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα, να έχουν απαγγελθεί κατηγορίες εναντίον του.
Η διοίκηση της κοινοπραξίας θα ασκείται από επταμελές διοικητικό συμβούλιο, με αρχική θητεία 15 ετών.
Η πλειονότητα των μελών του θα πρέπει να είναι Αμερικανοί πολίτες, ενώ δεν προβλέπεται υποχρεωτική εκπροσώπηση της κυβέρνησης της Βενεζουέλας.
Η συγκεκριμένη πρόβλεψη εγείρει ερωτήματα σχετικά με τον βαθμό συμμετοχής του Καράκας στις αποφάσεις για την εκμετάλλευση μέρους του πετρελαϊκού πλούτου της χώρας.
Έσοδα 200 δισ. δολαρίων υπόσχεται ο Λευκός Οίκος – Χωρίς ρητές εγγυήσεις στη συμφωνία
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που αναδεικνύει η έρευνα αφορά τα οικονομικά ανταλλάγματα προς τη Βενεζουέλα.
Ο Λευκός Οίκος έχει υποστηρίξει ότι η συμφωνία θα μπορούσε να αποφέρει στη χώρα περίπου 200 δισ. δολάρια από δικαιώματα εκμετάλλευσης και φορολογικά έσοδα.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ProPublica, στο κείμενο δεν περιλαμβάνεται ρητή δέσμευση που να εγγυάται την καταβολή των συγκεκριμένων ποσών.
Επιπλέον, το έγγραφο έχει χαρακτηριστεί ευαίσθητο κυβερνητικό υλικό και περιλαμβάνει ρήτρα εμπιστευτικότητας, η οποία περιορίζει τη δυνατότητα της εταιρείας να δημοσιοποιεί την ύπαρξη και τους όρους της συμφωνίας.
Από την πλευρά του, ο Λευκός Οίκος υπερασπίζεται τη συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι θα συμβάλει στη σταθεροποίηση της οικονομίας της Βενεζουέλας και θα δημιουργήσει μακροπρόθεσμα οφέλη και για τις δύο χώρες.
Ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Taylor Rogers δήλωσε ότι η συμφωνία αποτελεί σημαντικό βήμα προς την οικονομική σταθεροποίηση της Βενεζουέλας, έπειτα από χρόνια υπερπληθωρισμού και περιορισμένων νέων επενδύσεων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η συμφωνία θα συμβάλει παράλληλα στον υπερδιπλασιασμό των πετρελαϊκών αποθεμάτων στα οποία θα έχει πρόσβαση η αμερικανική κυβέρνηση.
Πολιτικές αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον
Η συμφωνία ενδέχεται να βρεθεί στο επίκεντρο εντονότερου πολιτικού ελέγχου στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Πρώην Αμερικανοί διπλωμάτες και στελέχη του Κογκρέσου, τους οποίους επικαλείται η ProPublica, εκτιμούν ότι τα ερωτήματα για την επιλογή του Alejandro Betancourt και τους οικονομικούς όρους της συμφωνίας θα μπορούσαν να ενταθούν εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο ενός ή και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου στις ενδιάμεσες εκλογές.
Η συμφωνία εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Βενεζουέλα μετά τη στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ στις αρχές Ιανουαρίου 2026, κατά την οποία συνελήφθησαν ο Nicolás Maduro και η σύζυγός του Cilia Flores και μεταφέρθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να αντιμετωπίσουν ποινικές κατηγορίες.
Στη συνέχεια, ο Donald Trump δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον θα διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στη διαχείριση της χώρας μέχρι την ολοκλήρωση μιας επίσημης πολιτικής μετάβασης.
Είχε επίσης ανακοινώσει ότι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες θα εισέλθουν στη Βενεζουέλα με στόχο την ανασυγκρότηση του ενεργειακού της τομέα.
Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε υποστηρίξει ότι οι ΗΠΑ θα ανακτήσουν πετρελαϊκό πλούτο στον οποίο, κατά την άποψή του, θα έπρεπε να είχαν αποκτήσει πρόσβαση εδώ και χρόνια, προσθέτοντας ότι το κόστος της αμερικανικής επιχείρησης θα αντισταθμιστεί από τους πετρελαϊκούς πόρους της χώρας.
Πάνω από 300 δισ. βαρέλια τα αποδεδειγμένα αποθέματα
Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, τα οποία εκτιμώνται σε περισσότερα από 300 δισ. βαρέλια.
Μεγάλο μέρος των αποθεμάτων βρίσκεται στη Ζώνη Πετρελαίου του Orinoco και αποτελείται από βαρύ αργό, υψηλής περιεκτικότητας σε θείο.
Η συγκεκριμένη ποιότητα πετρελαίου απαιτεί πιο σύνθετες και δαπανηρές διαδικασίες εξόρυξης, μεταφοράς και διύλισης σε σύγκριση με τις ελαφρύτερες ποικιλίες αργού.
Για την αξιοποίηση των αποθεμάτων απαιτούνται σημαντικές επενδύσεις σε υποδομές και εξειδικευμένη τεχνολογία, στοιχείο που καθιστά τον πετρελαϊκό πλούτο της χώρας ταυτόχρονα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα και ιδιαίτερα απαιτητικό επενδυτικό εγχείρημα.
Παρά το τεράστιο μέγεθος των αποθεμάτων της, η Βενεζουέλα παρήγαγε περίπου 1,25 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως επί διακυβέρνησης Maduro, επίπεδο σημαντικά χαμηλότερο από τις παραγωγικές της δυνατότητες.
Η περιορισμένη παραγωγή αποδίδεται σε χρόνια υποεπένδυσης στον ενεργειακό τομέα, στη φθορά των υποδομών και στις αμερικανικές κυρώσεις.
Η νέα συμφωνία δημιουργεί προοπτικές αύξησης της παραγωγής, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει το ζήτημα της κατανομής των οικονομικών ωφελειών και του ελέγχου των ενεργειακών πόρων.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ευνοϊκοί όροι προμήθειας, η μακροχρόνια πρόσβαση στην παραγωγή και η μετοχική συμμετοχή στην NABEP συνιστούν σημαντικά στρατηγικά πλεονεκτήματα.
Για τη Βενεζουέλα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό το κρίσιμο ερώτημα κατά πόσο οι νέες επενδύσεις θα μεταφραστούν σε εγγυημένα δημόσια έσοδα και ουσιαστική ανάκαμψη της οικονομίας.
