Το πιο αποκαλυπτικό στην υπόθεση της Αμερικανίδας πρέσβειρας δεν είναι τελικά η ίδια. Είναι η ελληνική ελίτ. Αυτή η αξιοθαύμαστη προθυμία της να γοητεύεται, να υποκλίνεται, να χειροκροτεί και να αισθάνεται σπουδαία κάθε φορά που κάποιος εκπρόσωπος της αμερικανικής εξουσίας καταδέχεται να της χαμογελάσει.
Αμερικάνα να ’ναι κι ό,τι θέλει ας είναι.
Μπορεί να έρχεται με το ύφος τηλεοπτικής περσόνας, με Botox, κοσμικές εμφανίσεις, μπουζούκια, σκυλάδικα, φωτογραφίες με celebrities και μια αισθητική που περισσότερο θυμίζει reality show παρά διπλωματική αποστολή. Τίποτε από αυτά δεν ενοχλεί. Αντιθέτως, προκαλεί ενθουσιασμό. Η ελληνική πολιτική και οικονομική ελίτ σπεύδει να φωτογραφηθεί, να συνωστιστεί στα τραπέζια, να διεκδικήσει ένα χαμόγελο, μια χειραψία, μια θέση δίπλα της. Και τα μέσα ενημέρωσης αναλαμβάνουν να παρουσιάσουν αυτή την επαρχιώτικη κοσμικότητα ως διπλωματική αναβάθμιση της χώρας.
Δεν είναι το Botox της πρέσβειρας το πρόβλημα. Είναι ότι η ελληνική ελίτ μοιάζει να έχει υποστεί μια βαθύτερη, πολιτική αισθητική επέμβαση: έχει χάσει την ικανότητα να συνοφρυώνεται μπροστά στην εξουσία. Να δυσπιστεί, να αμφισβητεί, να θέτει ερωτήματα. Το πρόσωπό της παραμένει μονίμως χαμογελαστό, ακόμη κι όταν θα έπρεπε να κοκκινίζει από ντροπή.
Και τώρα, με αφορμή τις καταγγελίες που συνοδεύουν την απομάκρυνση της πρέσβειρας, το θέαμα αποκτά μια σχεδόν σατιρική διάσταση. Η γυναίκα που εδώ αντιμετωπίστηκε ως λαμπερό σύμβολο της αμερικανικής φιλίας βρίσκεται αντιμέτωπη με ισχυρισμούς για οικονομικά ανταλλάγματα και αξιοποίηση της πρόσβασης στην εξουσία προς ιδιωτικό όφελος, τους οποίους η ίδια αρνείται. Ανεξάρτητα από το αν οι καταγγελίες αποδειχθούν, η αντίφαση παραμένει εκκωφαντική: εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει θεσμική εγρήγορση, κυριάρχησε η κοσμική λατρεία.
Αλλά ίσως δεν πρόκειται απλώς για επιπολαιότητα. Ίσως πρόκειται για κάτι πολύ βαθύτερο: μια ελίτ που έχει εσωτερικεύσει την εξάρτηση τόσο πολύ, ώστε δεν τη βιώνει πια ως υποτέλεια αλλά ως κοινωνική καταξίωση.
Η φωτογραφία με την πρέσβειρα γίνεται παράσημο. Η πρόσκληση σε μια δεξίωση γίνεται τεκμήριο ισχύος. Η προσωπική οικειότητα με έναν εκπρόσωπο της υπερδύναμης γίνεται υποκατάστατο πολιτικού κύρους. Δεν έχει σημασία τι εκπροσωπεί, τι επιδιώκει, τι ζητά από τη χώρα. Σημασία έχει ότι είναι Αμερικανίδα. Ότι έρχεται από το κέντρο της ισχύος. Ότι μας διάλεξε για να διασκεδάσει μαζί μας.
Πρόκειται για την παλιά αποικιακή ψυχολογία με καινούργιο μακιγιάζ. Ο επαρχιώτης που αισθάνεται ότι αναβαθμίζεται επειδή τον επισκέφθηκε ο άρχοντας. Ο εξαρτημένος που εκλαμβάνει την κολακεία ως αγάπη. Ο πολιτικά ανασφαλής που αναζητά στο βλέμμα του ισχυρού την επιβεβαίωση της αξίας του.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό σκάνδαλο. Όχι στις αισθητικές επιλογές ή στη νυχτερινή διασκέδαση μιας πρέσβειρας, αλλά στην προθυμία μιας ολόκληρης εγχώριας άρχουσας τάξης να μετατρέψει την εθνική αξιοπρέπεια σε κοσμικό αξεσουάρ.
Γιατί την ώρα που η πολιτική επικαιρότητα γέμιζε με φωτογραφίες από τραπέζια και χαμόγελα, τα σοβαρά ερωτήματα παρέμεναν αναπάντητα. Τι ακριβώς κερδίζει η Ελλάδα από τις στρατηγικές της δεσμεύσεις; Ποιο είναι το κόστος των ενεργειακών και στρατιωτικών επιλογών της; Πού τελειώνει η συμμαχία και πού αρχίζει η εξάρτηση; Ποιος αποφασίζει και με ποια δημοκρατική νομιμοποίηση;
Αλλά αυτά είναι δύσκολα ερωτήματα. Χαλούν τη γιορτή. Δεν ταιριάζουν με τα φλας, τις σαμπάνιες και τις πίστες.
Η ελληνική ελίτ, άλλωστε, έχει μάθει εδώ και δεκαετίες να συγχέει τη σχέση με την εξουσία με τη συμμετοχή στην εξουσία. Να πιστεύει ότι επειδή κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τους ισχυρούς, είναι και η ίδια ισχυρή. Ότι επειδή τη χαϊδεύουν, την υπολογίζουν ως ισότιμη. Ότι επειδή της χαμογελούν, την αγαπούν.
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό Botox. Η παράλυση της κριτικής έκφρασης μπροστά στην ξένη ισχύ.
Η πρέσβειρα μπορεί να φύγει. Μια άλλη θα έρθει. Με διαφορετικό πρόσωπο, διαφορετικό ύφος, ίσως λιγότερο glamour. Οι γεωπολιτικές επιδιώξεις της Ουάσιγκτον, όμως, θα παραμείνουν. Και το πιθανότερο είναι ότι η ίδια ελληνική ελίτ θα σπεύσει ξανά να υποδεχθεί τον επόμενο εκπρόσωπο με τον ίδιο ενθουσιασμό, την ίδια δουλοπρεπή εγκαρδιότητα, την ίδια ανάγκη να γίνει αρεστή.
Γιατί τελικά το πρόβλημα είναι τι είδους πολιτική τάξη έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα ώστε να γοητεύεται τόσο εύκολα από όποιον της στέλνει η Αμερική.
Και ίσως η πιο οδυνηρή διαπίστωση να είναι αυτή. Δεν χρειάζεται πάντα να σου επιβάλουν την υποτέλεια. Μερικές φορές αρκεί να σε καλέσουν στο τραπέζι τους. Κι εσύ να θεωρήσεις την πρόσκληση εθνικό θρίαμβο.

