Ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα παρουσιάζει την Κωνσταντινούπολη ως διαχρονικό σύμβολο ειρήνης και διπλωματίας, αποθεώνοντας την οθωμανική αυτοκρατορική κληρονομιά και το κράτος που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ. Πίσω από την ιστορική αναδρομή διακρίνεται η στρατηγική σημασία που αποδίδει η Ουάσιγκτον στην Τουρκία.
Αίσθηση προκαλεί η δημόσια τοποθέτηση του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, ο οποίος, με αφορμή τη συνάντησή του με τον υπουργό Εξωτερικών του Ιράκ, Φουάντ Χουσεΐν, στην Κωνσταντινούπολη, επιδόθηκε σε μια εξιδανικευμένη ιστορική αναδρομή για τον ρόλο της σημερινής Τουρκίας. Από τους «Έλληνες αποίκους» και τον Μέγα Κωνσταντίνο μέχρι τον Μωάμεθ τον Πορθητή και τον Μουσταφά Κεμάλ, ο Αμερικανός διπλωμάτης επιχείρησε να συνδέσει διαφορετικές ιστορικές περιόδους με τη σύγχρονη γεωπολιτική θέση της Άγκυρας, παρακάμπτοντας τις κατακτήσεις, τις διώξεις και τις τραγωδίες που σημάδεψαν την ιστορία του ελληνισμού.
Η συνάντηση στον Κεράτιο Κόλπο
Αφορμή για την παρέμβαση του Τομ Μπάρακ αποτέλεσε η συνάντησή του με τον Ιρακινό υπουργό Εξωτερικών Φουάντ Χουσεΐν, στις 10 Οκτωβρίου 2026, στον Κεράτιο Κόλπο της Κωνσταντινούπολης.
Ο Αμερικανός πρέσβης επέλεξε να παρουσιάσει τη συνάντηση όχι μόνο ως μια διπλωματική επαφή μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράκ, αλλά ως συνέχεια μιας ιστορικής παράδοσης που, κατά την άποψή του, καθιστά την Κωνσταντινούπολη σημείο συνάντησης της Ανατολής με τη Δύση.
Στην ανάρτησή του στο Χ ανέφερε ότι οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στη συνεργασία Ιράκ, Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας, καθώς και στις κοινές περιφερειακές προκλήσεις.
Χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική τη συνεργασία των τριών χωρών, επισημαίνοντας ότι οι δυσκολίες της περιοχής δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από κανένα κράτος μεμονωμένα.
Μέχρι εκεί, η παρέμβασή του κινούνταν στα αναμενόμενα όρια μιας διπλωματικής ανακοίνωσης.
Η συνέχεια, ωστόσο, απέκτησε έντονο ιστορικό και πολιτικό περιεχόμενο.
Οι «Έλληνες άποικοι» και η Νέα Ρώμη
Ο Μπάρακ επιχείρησε να παρουσιάσει τον Κεράτιο Κόλπο ως ένα από τα αρχαιότερα διπλωματικά κέντρα του κόσμου.
Αναφερόμενος στην ιστορική διαδρομή της περιοχής, σημείωσε ότι Έλληνες άποικοι εγκαταστάθηκαν εκεί περίπου το 660 π.Χ., ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος την κατέστησε λιμάνι της Νέας Ρώμης και ότι ο Μωάμεθ Β΄ αξιοποίησε τον ίδιο χώρο ως πύλη για την ανάπτυξη της οθωμανικής αυτοκρατορικής ισχύος.
Η αναφορά στους Έλληνες αποίκους είναι ιστορικά θεμελιωμένη, καθώς το αρχαίο Βυζάντιο ιδρύθηκε από Έλληνες αποίκους, σύμφωνα με την παράδοση από τα Μέγαρα.
Ωστόσο, η ιστορία της Κωνσταντινούπολης δεν εξαντλείται σε μια σύντομη αναφορά στην αρχαία ελληνική εγκατάσταση.
Για περισσότερο από μία χιλιετία, η πόλη υπήρξε το πολιτικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό κέντρο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με καθοριστική παρουσία της ελληνικής γλώσσας και παράδοσης.
Η Νέα Ρώμη του Μεγάλου Κωνσταντίνου εξελίχθηκε στην Κωνσταντινούπολη των αυτοκρατόρων, των Πατριαρχών, της Αγίας Σοφίας και μιας πολιτιστικής κληρονομιάς που επηρέασε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο.
Αυτή η ιστορική πραγματικότητα δεν εξαφανίζεται επειδή η πόλη κατακτήθηκε το 1453.
Ο Μωάμεθ ο Πορθητής και η αποσιώπηση της Άλωσης
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η αναφορά του Αμερικανού διπλωμάτη στον Μωάμεθ Β΄, τον οποίο παρουσιάζει ως ηγέτη που μετέτρεψε τον Κεράτιο Κόλπο σε πύλη μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας.
Η συγκεκριμένη διατύπωση αναδεικνύει την αυτοκρατορική ισχύ των Οθωμανών, αποφεύγοντας όμως να αναφερθεί στις συνθήκες υπό τις οποίες η Κωνσταντινούπολη πέρασε στην κυριαρχία τους.
Στις 29 Μαΐου 1453, η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε από τις οθωμανικές δυνάμεις έπειτα από πολιορκία.
Η πτώση της συνοδεύτηκε από θανάτους, αιχμαλωσίες, λεηλασίες και την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Η Άλωση αποτελεί καθοριστικό γεγονός για την ελληνική και ευρωπαϊκή ιστορία, αλλά και σημείο καμπής για την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Επομένως, η περιγραφή του Μωάμεθ αποκλειστικά μέσα από τη δημιουργία αυτοκρατορικής ισχύος παρουσιάζει μόνο μία πλευρά της ιστορικής πραγματικότητας.
Το ζήτημα δεν είναι η αμφισβήτηση της σημασίας του Οθωμανού σουλτάνου στην παγκόσμια ιστορία. Είναι η επιλογή ενός εν ενεργεία Αμερικανού διπλωμάτη να χρησιμοποιήσει μια εξιδανικευμένη αφήγηση, χωρίς αναφορά στο κόστος της οθωμανικής κατάκτησης για τους κατακτημένους πληθυσμούς.
Η Κωνσταντινούπολη ως δήθεν διαχρονικός τόπος ειρήνης
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή της Κωνσταντινούπολης ως τόπου όπου η Ανατολή και η Δύση προτίμησαν επί αιώνες τη διαπραγμάτευση αντί της σύγκρουσης.
Ο Μπάρακ υποστήριξε ότι η περιοχή αποτέλεσε έναν διαρκή χώρο διπλωματικής συνεννόησης, με τις ξένες πρεσβείες και την οθωμανική εξουσία να βρίσκονται στις αντίθετες όχθες του Κερατίου.
Είναι γεγονός ότι η Κωνσταντινούπολη υπήρξε μεγάλο εμπορικό και διπλωματικό κέντρο.
Όμως η ιστορία της περιλαμβάνει πολιορκίες, πολέμους, κατακτήσεις και βαθιές θρησκευτικές και πολιτικές συγκρούσεις.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν επεκτάθηκε στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω ειρηνικών διαπραγματεύσεων, αλλά πρωτίστως μέσω στρατιωτικών εκστρατειών.
Παράλληλα, η μεταγενέστερη ιστορία της περιοχής συνδέεται με εκτοπισμούς, διώξεις και βίαιες πληθυσμιακές μεταβολές.
Η διπλωματία ασφαλώς αποτελούσε μέρος της οθωμανικής πολιτικής. Δεν μπορεί όμως να παρουσιάζεται ως το μοναδικό ή κυρίαρχο χαρακτηριστικό μιας αυτοκρατορικής ιστορίας που διαμορφώθηκε και μέσα από πολέμους.
Η αναφορά στον Μουσταφά Κεμάλ
Στο τέλος της ιστορικής του αναδρομής, ο Τομ Μπάρακ συνέδεσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία με την Τουρκική Δημοκρατία που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ.
Κατά τον Αμερικανό διπλωμάτη, το νέο τουρκικό κράτος συνέχισε την κληρονομιά του Κερατίου Κόλπου ως τόπου συνάντησης διαφορετικών λαών και πολιτισμών.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα επιλεκτική ιστορική αφήγηση.
Η συγκρότηση της σύγχρονης Τουρκίας πραγματοποιήθηκε μέσα στις δραματικές συνθήκες που ακολούθησαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Για τον ελληνισμό, η περίοδος αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Μικρασιατική Καταστροφή, την καταστροφή της Σμύρνης, τον ξεριζωμό των ελληνικών πληθυσμών και την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών.
Η κεμαλική πολιτική οικοδόμησε επίσης ένα συγκεντρωτικό εθνικό κράτος, στο οποίο η μονοκομματική διακυβέρνηση αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό της πρώτης περιόδου.
Ο χαρακτηρισμός του συγκεκριμένου πολιτικού συστήματος ως πλήρως δημοκρατικού με τα σημερινά κριτήρια δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.
Αξίζει πάντως να διευκρινιστεί ότι ο Μπάρακ δεν αποκάλεσε προσωπικά τον Κεμάλ «δημοκράτη». Αναφέρθηκε στην Τουρκική Δημοκρατία και στη συνέχιση μιας ιστορικής κληρονομιάς.
Αυτό που προκαλεί συζήτηση είναι η επιλογή του να παρουσιάσει τη μετάβαση από τη βυζαντινή στην οθωμανική και στη σύγχρονη τουρκική περίοδο ως μια σχεδόν αδιάκοπη παράδοση συνεννόησης.
Η Τουρκία στο επίκεντρο της αμερικανικής περιφερειακής στρατηγικής
Η ιστορική αναδρομή του Μπάρακ δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη σημερινή εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Αμερικανός διπλωμάτης δεν περιορίζεται πλέον στα καθήκοντα του πρέσβη στην Άγκυρα. Είναι παράλληλα ειδικός προεδρικός απεσταλμένος για τη Συρία και το Ιράκ, γεγονός που του επιτρέπει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις της Μέσης Ανατολής.
Η επιλογή αυτή αντανακλά τη σημασία που αποδίδει η κυβέρνηση Τραμπ στη συνεργασία με την Τουρκία για τη διαχείριση περιφερειακών κρίσεων.
Η Άγκυρα διαθέτει στρατιωτική παρουσία και ισχυρά συμφέροντα στη βόρεια Συρία, διατηρεί στενές οικονομικές σχέσεις με το Ιράκ και επιδιώκει να εδραιωθεί ως βασικός παράγοντας στις ενεργειακές και μεταφορικές διασυνδέσεις της περιοχής.
Αυτή η γεωπολιτική πραγματικότητα εξηγεί γιατί η Ουάσιγκτον επιδιώκει στενή συνεργασία με την τουρκική ηγεσία.
Δεν εξηγεί, ωστόσο, την ανάγκη υιοθέτησης μιας τόσο εξιδανικευμένης παρουσίασης της οθωμανικής και τουρκικής ιστορίας.
Η τουρκική δημοσιότητα και οι ύμνοι στον Πορθητή
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο υποδέχθηκαν τις δηλώσεις του Μπάρακ τουρκικά μέσα ενημέρωσης.
Η εφημερίδα Türkiye, σε δημοσίευμα της 10ης Οκτωβρίου, επέλεξε να αναδείξει τους ιστορικούς επαίνους του Αμερικανού πρέσβη, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αναφορά του στον Μωάμεθ τον Πορθητή.
Ανάλογη προβολή έδωσε και το Rûdaw, παραθέτοντας την ιστορική περιγραφή του Μπάρακ για τον Κεράτιο Κόλπο και τον σημερινό ρόλο της Τουρκίας.
Η θετική υποδοχή των δηλώσεων στον τουρκικό Τύπο δεν προκαλεί έκπληξη.
Η εικόνα της Τουρκίας ως ιστορικού κέντρου αυτοκρατορικής ισχύος και σύγχρονου διπλωματικού διαμεσολαβητή βρίσκεται κοντά στην αντίληψη που προβάλλει η Άγκυρα για τον διεθνή ρόλο της.
Το γεγονός ότι αυτή η αφήγηση προέρχεται από έναν υψηλόβαθμο Αμερικανό διπλωμάτη της προσδίδει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα
Η Αθήνα οφείλει να παρακολουθεί τις εξελίξεις με όρους στρατηγικής ανάλυσης.
Η Τουρκία είναι σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί αναθεωρητικές διεκδικήσεις εις βάρος ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και αμφισβητεί πλευρές του υφιστάμενου καθεστώτος ασφαλείας στο Αιγαίο.
Η ανάδειξη της Άγκυρας ως κεντρικού παράγοντα στη Μέση Ανατολή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον θα διαχειρίζεται τις σχέσεις της με την Ελλάδα και την Τουρκία.
Από τις δηλώσεις του Μπάρακ δεν προκύπτει αυτομάτως αλλαγή της αμερικανικής στάσης στα ελληνοτουρκικά.
Είναι όμως σαφές ότι η κυβέρνηση Τραμπ προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στον περιφερειακό ρόλο της Τουρκίας, ειδικά στη Συρία και στο Ιράκ.
Η συγκεκριμένη πολιτική πρέπει να αξιολογείται με βάση τις αποφάσεις, τις στρατιωτικές συνεργασίες και τις διπλωματικές πρωτοβουλίες που τη συνοδεύουν.
Η ιστορία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής εξιδανίκευσης
Η παρέμβαση του Τομ Μπάρακ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα χρησιμοποίησης της ιστορίας για την υποστήριξη σύγχρονων διπλωματικών επιδιώξεων.
Ο Αμερικανός πρέσβης συνέδεσε την αρχαία ελληνική παρουσία, τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, την οθωμανική κατάκτηση και το κράτος του Μουσταφά Κεμάλ σε μία ενιαία αφήγηση ιστορικής συνέχειας.
Όμως η Κωνσταντινούπολη δεν είναι απλώς ένα γεωγραφικό σημείο από το οποίο πέρασαν διαδοχικές αυτοκρατορίες.
Υπήρξε πρωτεύουσα ενός κράτους με βαθιά ελληνική πολιτιστική και γλωσσική ταυτότητα, κέντρο της ορθόδοξης χριστιανοσύνης και σημείο αναφοράς για τον ελληνισμό επί αιώνες.
Η οθωμανική κατάκτηση του 1453 δεν ήταν μια ειρηνική μεταβίβαση εξουσίας. Και η δημιουργία της σύγχρονης Τουρκίας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον ξεριζωμό των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας και την τραγωδία του 1922.
Η διπλωματία μπορεί να επιλέγει τους συμβολισμούς της. Η ιστορική έρευνα, όμως, οφείλει να αποτυπώνει και όσα δεν εξυπηρετούν τις σημερινές πολιτικές σκοπιμότητες.
Το ουσιαστικό μήνυμα της παρέμβασης Μπάρακ δεν βρίσκεται μόνο σε όσα είπε για τον Μωάμεθ τον Πορθητή και τον Μουσταφά Κεμάλ, αλλά κυρίως στην εικόνα που επιχειρεί να διαμορφώσει για τη σημερινή Τουρκία: ενός κράτους που η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει ως βασικό συνομιλητή για το μέλλον της Μέσης Ανατολής.
Και αυτή είναι μια γεωπολιτική εξέλιξη που η Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοήσει.
