Πάνω από ενενήντα πέντε χιλιάδες. Ενενήντα πέντε χιλιάδες Έλληνες γέμισαν το ΟΑΚΑ το βράδυ του Σαββάτου 26 Σεπτεμβρίου 2026 για να αποθεώσουν την Άννα Βίσση. Παρά τη βροχή, παρά τις ουρές, παρά τα εισιτήρια που άγγιζαν μέχρι και τα 477 ευρώ, το στάδιο γέμισε ασφυκτικά. Χιλιάδες φωνές ενώθηκαν, χιλιάδες χέρια υψώθηκαν, χιλιάδες καρδιές χτύπησαν στο ρυθμό της διασκέδασης. Sold out. Ιστορική βραδιά. Το θέαμα της χρονιάς.
Και την ίδια στιγμή, όταν στις πλατείες καλούνται να υπερασπιστούν τα ιερά και τα όσια, όταν κινδυνεύει η εθνική κυριαρχία, όταν παίζεται η ίδια η ύπαρξη του Έθνους, εμφανίζονται… ελάχιστοι. Μια χούφτα. Μερικές εκατοντάδες το πολύ. Οι υπόλοιποι; Σπίτι τους. Μπροστά στην τηλεόραση. Να προσκυνούν με ευλάβεια την οθόνη που τους λέει τι να σκέφτονται, τι να φοβούνται και πότε να βγουν.
Για τα πανηγύρια και τις συναυλίες είναι πρώτοι. Σε αγώνες και θυσίες θα συμμετάσχουν μόνο αν βάλλεται η τσέπη τους. Και φυσικά αν τους προτρέψει η τηλεόραση που με ευλάβεια προσκυνάνε. Μόνο τότε. Όταν ο μισθός τους απειλείται, όταν η δόση του δανείου τους βαραίνει, όταν ο λογαριασμός του ρεύματος εκτοξεύεται. Τότε, ίσως, βγουν για λίγο. Να φωνάξουν κάτι αόριστο και να γυρίσουν πίσω στον καναπέ.
Και γεννιέται το ερώτημα, αδυσώπητο και πικρό: Με αυτούς τους ανθρώπους είμαστε ο ίδιος λαός;
Οι ψηφοφόροι του Μητσοτάκη, του Τσίπρα, του ΠΑΣΟΚ και της Αριστεράς είναι ο ίδιος λαός με αυτούς που αντιστέκονται; Με αυτούς που προτιμούν να γίνουν πολίτες δεύτερης κατηγορίας παρά να δεχτούν νέες ταυτότητες, πειραματικά εμβόλια, προσωπικούς αριθμούς και νέα δάνεια από τους Ευρωπαίους τοκογλύφους δανειστές, μόνο και μόνο για να συνεχίσουν να ζουν σαν υπάκουοι μισθωτοί;
Είναι ίδιος λαός αυτοί που λένε «ας παραχωρήσουμε τη Μακεδονία, ας μοιραστούμε το Αιγαίο, ας παραδώσουμε κυριαρχικά δικαιώματα για να έχουμε ησυχία» με αυτούς που λένε «ας πολεμήσουμε και ας πεθάνουμε, αλλά δεν παραδίδουμε τίποτα»;
Φυσικά και δεν είναι ο ίδιος λαός.
Άλλο Έλληνες και άλλο εκμαυλισμένοι, φραγκεμένοι νεοέλληνες.
Οι πρώτοι έχουν μέσα τους ακόμα τη μνήμη των Θερμοπυλών, του ’21, του ’40. Ξέρουν ότι η ελευθερία δεν είναι δώρο, αλλά κτήμα που πληρώνεται με αίμα και θυσία. Οι δεύτεροι έχουν μέσα τους μόνο την επιθυμία της άνεσης, της διασκέδασης και της σιγουριάς του μισθού. Έχουν γίνει υπήκοοι ενός συστήματος που τους ταΐζει ψέματα και θέαμα, και εκείνοι χειροκροτούν ευχαριστημένοι.
Ενενήντα πέντε χιλιάδες για μια συναυλία. Μερικές εκατοντάδες για την Πατρίδα.
Αυτό δεν είναι σύμπτωση. Είναι η φωτογραφία μιας κοινωνίας που έχει χάσει τον προσανατολισμό της. Μιας κοινωνίας που μπορεί να γεμίσει ένα ολυμπιακό στάδιο για να ακούσει τραγούδια, αλλά αδυνατεί να γεμίσει μια πλατεία για να υπερασπιστεί την ίδια την ύπαρξή της.
Και όσοι ακόμα αντιστέκονται, όσοι ακόμα αρνούνται να γίνουν συμμέτοχοι στο ξεπούλημα, όσοι ακόμα προτιμούν τον πόνο της αξιοπρέπειας από την άνεση της υποταγής, κοιτάζουν γύρω τους και αναρωτιούνται: Είμαστε ακόμα ο ίδιος λαός;
Η απάντηση είναι σαφής. Όχι. Δεν είμαστε.
Οι αληθινοί Έλληνες είναι λίγοι και σίγουρα δεν είναι αυτοί που έχουν την υπηκοότητα και το λέει η ταυτότητά τους (ειδικά η νέα). Τα λόγια αυτά δεν είναι υπερηφάνειας για αυτούς που αντιστέκονται αλλά πόνου για το που φτάσαμε και που καταντήσαμε. Και η αλήθεια είναι ότι μας καταντήσανε. Δεν έτυχε. Σχεδιάστηκε όλα τα περασμένα χρόνια σιγά σιγά και με την μέθοδο του σαλαμιού, κυρίως μέσα από τα ΜΜΕ. Για το λόγο αυτό οι δημοσιογράφοι, οι ΚΑΝΑΛΑΡΧΕΣ, οι σκηνοθέτες, οι σεναριογράφοι και φυσικά οι ηθοποιοί των ξεφτιλισμένων – διεστραμμένων ελληνικών σειρών φέρουν μεγαλύτερη ευθύνη και από τους πολιτικούς. Οι πολιτικοί έδωσαν τις κατευθύνσεις αλλά την υλοποίηση την έκαναν όλοι οι υπόλοιποι.
Και φυσικά ο στόχος δεν ήταν μόνο οι Έλληνες αλλά όλοι οι λαοί και κυρίως της Ευρώπης.
Υπάρχει όμως και Θεός που μπορεί να ανατρέψει τα πάντα. Εδώ όμως υπάρχει μια παγίδα. Να τα περιμένουμε όλα να φτιάξουν με “μαγικό” τρόπο χωρίς να κάνουμε τίποτα. Όχι. Οφείλουμε να κάνουμε πολλά με πρώτο την πνευματική πρόοδο με την μυστηριακή ζωή αλλά και την συμμετοχή μας σε κάθε αγώνα έξω στις πλατείες, στις συζητήσεις, στην άρνηση του αμαρτωλού τρόπου ζωής, στην άρνηση της ψηφιακής υποχρεωτικότητας.
Οφείλουμε να νοιαζόμαστε ο ένας για το άλλο και όχι μόνο για το τομάρι μας.
Οφείλουμε να μην σκεφτόμαστε εγωιστικά και με αλαζονεία επειδή κατέχουμε την αλήθεια και ακολουθάμε το δρόμο του αγώνα.
Αυτοί που αγωνίζονται αν νιώσουν έστω λίγο ανώτεροι από αυτούς που δεν αγωνίζονται τότε δεν είναι Χριστιανοί.
Αυτοί που αγωνίζονται πρέπει να ποθούν στην επιστροφή των άλλων. Να αγωνίζονται για αυτό.
Κάθε μέρα μετράει. Σήμερα τι θα κάνουμε για όλα αυτά; Θα μείνουμε στην ανάγνωση και στα λόγια; Να σκεφτούμε, να προσευχηθούμε, να αγωνιστούμε και θα νικήσουμε.
Γιώργος Θαλάσσης
