Ο Kofman επισημαίνει ότι οι δυτικές δυνάμεις δεν έχουν την ουκρανική –ή πλέον και τη ρωσική– εμπειρία ενός πολέμου στον οποίο η συνεχής εναέρια επιτήρηση, τα φθηνά UAV, τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου και τα όπλα ακριβείας έχουν μεταμορφώσει ριζικά την επιβίωση και την κίνηση στρατευμάτων
Μια εξαιρετικά σοβαρή προειδοποίηση για τη στρατιωτική ισχύ που μπορεί να διαθέτει η Ρωσία μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία διατυπώνει το αμερικανικό Foreign Affairs, περιγράφοντας έναν ρωσικό στρατό που, παρά τις τεράστιες απώλειες των τελευταίων ετών, έχει μεταμορφωθεί μέσα από τη μεγαλύτερη συμβατική πολεμική σύγκρουση στην Ευρώπη εδώ και δεκαετίες.
Στην ανάλυσή του με τίτλο «The Next Russia Threat: Moscow’s Military Power After Ukraine», ο στρατιωτικός αναλυτής Michael Kofman προειδοποιεί ότι το ζήτημα δεν είναι εάν η Ρωσία θα επιχειρήσει να ανασυγκροτήσει τις Ένοπλες Δυνάμεις της μετά τον πόλεμο, αλλά πόσο γρήγορα θα το κάνει και τι είδους στρατό θα δημιουργήσει.
Και εδώ βρίσκεται το σημείο που προκαλεί ιδιαίτερο προβληματισμό στη Δύση.
Η Ρωσία του 2026 δεν πολεμά όπως η Ρωσία που πέρασε τα ουκρανικά σύνορα τον Φεβρουάριο του 2022.
Έχει μάθει. Έχει προσαρμοστεί. Και σε ορισμένους κρίσιμους τομείς έχει αποκτήσει πολεμική εμπειρία που δύσκολα μπορεί να αναπαραχθεί σε ασκήσεις.

Η Ρωσία άλλαξε μέσα στο πεδίο της μάχης

Σύμφωνα με τον Michael Kofman, οι ρωσικές δυνάμεις έχουν βελτιωθεί σημαντικά στον δυναμικό εντοπισμό στόχων, στη χρήση όπλων ακριβείας και κυρίως στην ενσωμάτωση μη επανδρωμένων συστημάτων στις επιχειρήσεις τους.
Τα drones δεν λειτουργούν πλέον ως βοηθητικό όπλο.
Έχουν μετατραπεί σε οργανικό κομμάτι του ρωσικού τρόπου πολέμου.
Αναγνώριση, εντοπισμός στόχων, διόρθωση πυρών πυροβολικού, επιθέσεις FPV, ηλεκτρονικός πόλεμος και πλήγματα μεγάλου βεληνεκούς συνδέονται ολοένα περισσότερο σε ένα ενιαίο επιχειρησιακό σύστημα.
Το Foreign Affairs σημειώνει ότι η Ρωσία έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ικανότητα να συνδυάζει σε πραγματικό χρόνο πληροφορίες από το πεδίο μάχης με πυροβολικό και όπλα ακριβείας, αναπτύσσοντας τα λεγόμενα reconnaissance-fire και reconnaissance-strike systems.

Το πλεονέκτημα που δεν αγοράζεται με δισεκατομμύρια

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ανησυχία για τις δυτικές στρατιωτικές ηγεσίες.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το NATO εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντικά πλεονεκτήματα στην αεροπορική και ναυτική ισχύ, στην ποιότητα των δυνάμεων, στις πληροφορίες και στις δυνατότητες πληγμάτων ακριβείας.
Όμως υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να αγοραστεί απλώς με έναν μεγαλύτερο αμυντικό προϋπολογισμό:
πραγματική εμπειρία ενός πεδίου μάχης κορεσμένου από εκατοντάδες ή χιλιάδες drones.
Ο Kofman επισημαίνει ότι οι δυτικές δυνάμεις δεν έχουν την ουκρανική –ή πλέον και τη ρωσική– εμπειρία ενός πολέμου στον οποίο η συνεχής εναέρια επιτήρηση, τα φθηνά UAV, τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου και τα όπλα ακριβείας έχουν μεταμορφώσει ριζικά την επιβίωση και την κίνηση στρατευμάτων.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τον σημερινό ρωσικό στρατό διαφορετικό αντίπαλο από εκείνον του 2022.

«Στρατός των drones» – η νέα πραγματικότητα

Η αλλαγή είναι τόσο βαθιά ώστε η Ρωσία δημιούργησε ακόμη και νέο κλάδο των Ενόπλων Δυνάμεων αφιερωμένο στα μη επανδρωμένα συστήματα.
Παράλληλα, η πολεμική παραγωγή έχει αυξηθεί δραματικά.
Αναλύσεις που βασίζονται στα στοιχεία του Kofman κάνουν λόγο για παραγωγή εκατομμυρίων τακτικών drones ετησίως, δεκάδων χιλιάδων επιθετικών UAV και πολύ μεγαλύτερης ποσότητας πυραύλων σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα.
Η εικόνα επομένως είναι αντιφατική.
Η Ρωσία έχει χάσει τεράστιες ποσότητες στρατιωτικού υλικού, αλλά την ίδια στιγμή έχει δημιουργήσει μια βιομηχανία προσαρμοσμένη στις ανάγκες ενός μακροχρόνιου πολέμου.

Οι τεράστιες απώλειες και η μεγάλη αδυναμία της Μόσχας

Το αμερικανικό περιοδικό, πάντως, απέχει πολύ από την εικόνα μιας «ανίκητης» ρωσικής πολεμικής μηχανής.
Ο Michael Kofman καταγράφει σοβαρότατες αδυναμίες.
Οι απώλειες σε τεθωρακισμένα και πυροβολικό είναι τεράστιες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, μέχρι τις αρχές Μαΐου του 2026 η Ρωσία είχε χάσει περισσότερα από 14.000 τεθωρακισμένα οχήματα μάχης και περίπου 2.100 συστήματα πυροβολικού, μαζί με χιλιάδες άλλα μέσα.
Ακόμη σοβαρότερη θεωρείται η απώλεια έμπειρου προσωπικού.
Αξιωματικοί, διοικητές και εκπαιδευμένοι στρατιώτες που απαιτούνται για σύνθετες επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας έχουν χαθεί και δεν μπορούν να αντικατασταθούν γρήγορα.
Η Ρωσία έχει γίνει πολύ αποτελεσματικότερη στον πόλεμο μικρών ομάδων, των drones και των μαζικών πληγμάτων, αλλά έχει ταυτόχρονα χάσει μέρος της ικανότητάς της να πραγματοποιεί μεγάλης κλίμακας σύνθετες επιχειρήσεις ελιγμού.

Το Foreign Affairs προειδοποιεί το NATO

Αυτό είναι και το πραγματικό μήνυμα της αμερικανικής ανάλυσης.
Όχι ότι ο ρωσικός στρατός είναι «ανώτερος από τον αμερικανικό».
Αλλά ότι θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο να εξακολουθήσει η Δύση να αντιμετωπίζει τη Ρωσία με βάση την αποτυχία των πρώτων μηνών του 2022.
Η Μόσχα έχει πληρώσει τεράστιο τίμημα στην Ουκρανία, αλλά έχει αποκτήσει παράλληλα γνώσεις για το σύγχρονο πεδίο μάχης τις οποίες οι περισσότερες ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις δεν διαθέτουν.
Το NATO, από την πλευρά του, εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να στηρίζεται στην αμερικανική υλικοτεχνική, πληροφοριακή και οργανωτική υποστήριξη για επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας στην Ευρώπη.
Και αυτό είναι ένα πρόβλημα που δεν λύνεται απλώς αυξάνοντας τις αμυντικές δαπάνες.

Την ώρα που ο Vladimir Putin δείχνει ότι η Ρωσία δεν είναι απομονωμένη

Η στρατιωτική συζήτηση συμπίπτει με μια ιδιαίτερα έντονη περίοδο ρωσικής διπλωματικής δραστηριότητας.
Ο Vladimir Putin βρίσκεται στις 11 Σεπτεμβρίου στο Νέο Δελχί ενόψει της Συνόδου των BRICS, όπου αναμένεται να συναντηθεί με τον Ινδό πρωθυπουργό Narendra Modi, ενώ στη σύνοδο συμμετέχει επίσης ο Κινέζος πρόεδρος Xi Jinping.
Μόλις δύο ημέρες νωρίτερα, στις 9 Σεπτεμβρίου, ο Vladimir Putin υποδέχθηκε στη Μόσχα τον ηγέτη του Βιετνάμ To Lam, με Ρωσία και Βιετνάμ να προχωρούν μεταξύ άλλων σε συμφωνία για συνεργασία πάνω στη δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου.
Η εικόνα αυτή δεν σημαίνει ότι οι δυτικές κυρώσεις απέτυχαν συνολικά ή ότι η Ρωσία δεν αντιμετωπίζει σοβαρούς οικονομικούς περιορισμούς.
Δείχνει όμως ότι η προσπάθεια πλήρους διεθνούς απομόνωσης της Μόσχας έχει σαφή όρια, ιδιαίτερα σε έναν κόσμο όπου οργανισμοί όπως οι BRICS προσφέρουν στη Ρωσία ισχυρές διπλωματικές επαφές έξω από τη Δύση.

Από τον «στρατό που απέτυχε» σε μια διαφορετική απειλή

Ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή βρίσκεται τελικά στον τρόπο με τον οποίο η Δύση αντιλαμβάνεται τη Ρωσία.
Το 2022, η αποτυχία κατάληψης του Κίεβο, τα προβλήματα logistics και οι τεράστιες απώλειες δημιούργησαν την εικόνα ενός ρωσικού στρατού πολύ κατώτερου από τη φήμη του.
Τέσσερα και πλέον χρόνια πολέμου αργότερα, η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Ο στρατός του Vladimir Putin εξακολουθεί να κουβαλά σοβαρές δομικές αδυναμίες: υπερσυγκεντρωτική διοίκηση, προβλήματα εκπαίδευσης, διαφθορά, τεράστιες απώλειες προσωπικού και δυσκολίες στις μεγάλες συνδυασμένες επιχειρήσεις.
Όμως ταυτόχρονα είναι ένας στρατός που έχει πολεμήσει για χρόνια σε ένα εξαιρετικά απαιτητικό περιβάλλον, έχει ενσωματώσει drones σε τεράστια κλίμακα και έχει προσαρμόσει βιομηχανία, δομές και τακτικές στις απαιτήσεις ενός πολέμου υψηλής έντασης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *