Οι νέες εικόνες που κυκλοφόρησαν από το πρόγραμμα δοκιμών δείχνουν ότι το αεροσκάφος έχει ήδη εισέλθει στην τρίτη σημαντική διαμόρφωση σχεδίασης, γεγονός που, σύμφωνα με αναλυτές, αποτυπώνει έναν καταιγιστικό ρυθμό εξέλιξης χωρίς ιστορικό προηγούμενο.
Οι φωτογραφίες του πέμπτου πρωτοτύπου, το οποίο συμμετέχει πλέον στις πτητικές δοκιμές, αποκαλύπτουν εκτεταμένες αλλαγές στη γεωμετρία των εισαγωγών αέρα, στη διάταξη των ακροφυσίων των κινητήρων και στη συνολική διαμόρφωση της ατράκτου, με στόχο τη βελτίωση τόσο των αεροδυναμικών επιδόσεων όσο και των χαρακτηριστικών χαμηλής παρατηρησιμότητας (stealth).
Αν και αρκετές από τις εκτιμήσεις βασίζονται στην ανάλυση περιορισμένης ποιότητας φωτογραφικού υλικού και δεν έχουν επιβεβαιωθεί επίσημα, οι αλλαγές θεωρούνται συμβατές με τη φυσιολογική εξέλιξη ενός τόσο προηγμένου προγράμματος ανάπτυξης.
Το πρόγραμμα αναπτύσσεται από την Chengdu Aircraft Corporation και, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, έχει ήδη περάσει από τουλάχιστον τρεις διαφορετικές φάσεις σχεδίασης από την πρώτη δημόσια εμφάνιση του πρωτοτύπου τον Δεκέμβριο του 2024.
Η πρώτη έκδοση διέθετε εισαγωγές αέρα σε σχήμα «caret», κύριο σύστημα προσγείωσης σε διάταξη tandem και τετράγωνα ακροφύσια κινητήρων.
Τον Οκτώβριο του 2025 παρουσιάστηκε η δεύτερη διαμόρφωση, με εισαγωγές αέρα τύπου diverterless supersonic, νέο σύστημα προσγείωσης με παράλληλη διάταξη των τροχών και επανασχεδιασμένα ακροφύσια, τα οποία εκτιμάται ότι ενισχύουν τόσο τις δυνατότητες stealth όσο και την ευελιξία του αεροσκάφους.
Το νεότερο πρωτότυπο διατηρεί πολλές από αυτές τις αλλαγές, ενώ εμφανίζει και νέα διαμόρφωση στο εμπρόσθιο τμήμα της ατράκτου, ένδειξη ότι η εξέλιξη του σχεδίου συνεχίζεται με εντυπωσιακή ταχύτητα.
Η πρόοδος των δοκιμών έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό στη Δύση, καθώς αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι το κινεζικό μαχητικό θα μπορούσε να ενταχθεί σε επιχειρησιακή υπηρεσία γύρω στο 2030 ή ακόμη και νωρίτερα. Εάν αυτό επιβεβαιωθεί, η Κίνα ενδέχεται να αποκτήσει προβάδισμα μεγαλύτερο της δεκαετίας έναντι του πλέον προηγμένου αμερικανικού προγράμματος 6ης γενιάς, του F-47 της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας.
Κινεζική τεχνολογία
Ο ειδικός στην κινεζική πολεμική αεροπορία Abraham Abrams έχει επισημάνει ότι, σε αντίθεση με την εποχή των μαχητικών 5ης γενιάς, σήμερα η Κίνα διαθέτει σαφώς ισχυρότερη τεχνολογική και βιομηχανική βάση σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Όπως υποστηρίζει, υπάρχουν σοβαροί λόγοι ανησυχίας ότι το Πεκίνο μπορεί να επικρατήσει στην κούρσα της 6ης γενιάς, κυρίως χάρη στην ταχύτητα με την οποία είναι σε θέση να αναπτύσσει και να εντάσσει σε υπηρεσία νέα αεροσκάφη.
Τα στοιχεία από την προηγούμενη γενιά ενισχύουν αυτές τις εκτιμήσεις. Το κινεζικό J-20 χρειάστηκε μόλις έξι χρόνια από την πρώτη του πτήση έως την επιχειρησιακή του ένταξη, όταν τα αμερικανικά F-22 και F-35 απαίτησαν περίπου δεκαπέντε έως δεκαέξι χρόνια για να ολοκληρώσουν την ίδια διαδικασία.
Εάν η ίδια τάση συνεχιστεί, η Κίνα θα μπορούσε να διαθέτει το νέο της μαχητικό 6ης γενιάς για περισσότερο από μία δεκαετία πριν οι Ηνωμένες Πολιτείες καταφέρουν να αναπτύξουν ισοδύναμο αντίπαλο. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να ανατρέψει τις ισορροπίες ισχύος στον αέρα και να δημιουργήσει νέα δεδομένα στη στρατηγική αντιπαράθεση μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων.
Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλούν οι εκτιμήσεις για τις επιδόσεις του αεροσκάφους.
Σύμφωνα με αναλυτές άμυνας, το νέο κινεζικό μαχητικό ενδέχεται να διαθέτει ακτίνα μάχης που υπερβαίνει τα 4.000 χιλιόμετρα, δηλαδή υπερδιπλάσια από εκείνη του J-20 και έως τέσσερις φορές μεγαλύτερη από τις αντίστοιχες δυνατότητες των F-22 και F-35.
Εφόσον οι προβλέψεις αυτές επαληθευτούν, η Κίνα θα αποκτήσει ένα αεροσκάφος με δυνατότητα προβολής ισχύος σε τεράστιες αποστάσεις, ικανό να αλλάξει τα δεδομένα σε ολόκληρο τον Ινδο-Ειρηνικό και πέραν αυτού.
Η κούρσα των εξοπλισμών εισέρχεται πλέον σε μια νέα, ιδιαίτερα επικίνδυνη φάση, με την Κίνα να δείχνει αποφασισμένη όχι μόνο να ανταγωνιστεί, αλλά και να ξεπεράσει τις Ηνωμένες Πολιτείες στην πλέον κρίσιμη τεχνολογία αεροπορικής υπεροχής του 21ου αιώνα.
