Η μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφαλείας που διαμόρφωσε τη σχέση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σαουδικής Αραβίας αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτική απέναντι σε πετρελαϊκά embargo, περιφερειακές συγκρούσεις και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις.
Ωστόσο, κάθε στρατηγική συμμαχία που βασίζεται στην ανταλλαγή ενεργειακών πόρων με εγγυήσεις ασφαλείας παρουσιάζει μία εγγενή αδυναμία: όταν αλλάζει η οικονομική αξία της ενεργειακής εξάρτησης, μεταβάλλονται και οι γεωπολιτικές ισορροπίες που τη στηρίζουν.
Η καθοριστική καμπή σημειώθηκε την περίοδο 2014-2016 και οι συνέπειές της εξακολουθούν να αναδιαμορφώνουν τον γεωπολιτικό χάρτη της Μέσης Ανατολής.
Το βασικό ερώτημα πλέον δεν είναι εάν η Σαουδική Αραβία θα μετακινηθεί στρατηγικά προς την Κίνα και τη Ρωσία, αλλά πόσο βαθιά και με ποια ταχύτητα θα εξελιχθεί αυτή η αναδιάταξη.
Η συμφωνία του 1945 και τα όρια ενός ιστορικού μοντέλου
Το θεμέλιο των αμερικανο-σαουδαραβικών σχέσεων τέθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 1945, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Franklin D. Roosevelt συναντήθηκε με τον βασιλιά Abdulaziz Al Saud πάνω στο αμερικανικό καταδρομικό USS Quincy.
Η συμφωνία ήταν απλή αλλά στρατηγικής σημασίας: οι Ηνωμένες Πολιτείες εξασφάλιζαν σταθερή πρόσβαση στα σαουδαραβικά αποθέματα πετρελαίου, ενώ η Ουάσιγκτον αναλάμβανε την ευθύνη της ασφάλειας του Οίκου των Saud και του ίδιου του Βασιλείου.
Το πλαίσιο αυτό άντεξε ακόμη και σε σοβαρές κρίσεις, όπως το αραβικό πετρελαϊκό Embargo του 1973, όταν η Σαουδική Αραβία ηγήθηκε της απόφασης του OPEC να διακόψει τις εξαγωγές πετρελαίου προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους, ως απάντηση στην αμερικανική υποστήριξη προς το Ισραήλ κατά τον Πόλεμο του Yom Kippur.
Παρά τις έντονες πιέσεις, η στρατηγική σχέση επιβίωσε.
Εκείνο που τελικά άρχισε να διαβρώνει τα θεμέλιά της ήταν μια βαθύτερη δομική μεταβολή στις ενεργειακές ισορροπίες.
Η πετρελαϊκή κρίση του 2014-2016 άλλαξε τα δεδομένα
Η περίοδος 2014-2016 αποτέλεσε σημείο καμπής.
Η επανάσταση του σχιστολιθικού πετρελαίου (shale oil) είχε ήδη μετατρέψει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαίου παγκοσμίως, περιορίζοντας δραστικά την εξάρτησή τους από τις εισαγωγές αργού από τον Περσικό Κόλπο.
Όταν η Σαουδική Αραβία υιοθέτησε στρατηγική αύξησης της παραγωγής με στόχο τη διατήρηση του μεριδίου αγοράς μέσω χαμηλότερων τιμών, η Ουάσιγκτον δεν αντέδρασε όπως στο παρελθόν.
Η ενεργειακή της ασφάλεια δεν εξαρτιόταν πλέον στον ίδιο βαθμό από το σαουδαραβικό πετρέλαιο.
Στο Ριάντ, η στάση αυτή ερμηνεύθηκε ως έμμεση αναθεώρηση του άτυπου συμβολαίου του 1945.
Οι δημοσιονομικές επιπτώσεις υπήρξαν ιδιαίτερα σοβαρές.
Ο κρατικός προϋπολογισμός της Σαουδικής Αραβίας πέρασε σε διψήφια ελλείμματα ως ποσοστό του ΑΕΠ και παρέμεινε ελλειμματικός έως και το τέλος του 2021.
Η δημοσιονομική αυτή πίεση αποτέλεσε τον καταλύτη για μία από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις που έχει γνωρίσει ο Κόλπος τις τελευταίες δεκαετίες.

Η Ρωσία και η δημιουργία του OPEC+
Οι απώλειες που υπέστησαν η Σαουδική Αραβία και τα υπόλοιπα μέλη του OPEC κατά τη διάρκεια της πετρελαϊκής κρίσης ανέδειξαν ένα νέο δεδομένο: ο οργανισμός δεν μπορούσε πλέον να επηρεάζει αποτελεσματικά τις διεθνείς αγορές χωρίς τη συμμετοχή σημαντικών παραγωγών εκτός OPEC.
Η απάντηση ήταν η δημιουργία του OPEC+, με τη συμμετοχή της Ρωσίας.
Η εξέλιξη αυτή μετέβαλε ουσιαστικά τη δομή της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας.
Ο OPEC έπαψε να λειτουργεί αποκλειστικά ως οργανισμός παραγωγών και εξελίχθηκε σε ευρύτερο μηχανισμό συντονισμού της προσφοράς πετρελαίου, με σαφείς γεωπολιτικές προεκτάσεις.
Για τη Μόσχα, η συμμετοχή στο OPEC+ ενίσχυσε σημαντικά την επιρροή της στη Μέση Ανατολή. Για το Πεκίνο, αποτέλεσε την κατάλληλη συγκυρία ώστε να διευρύνει τη δική του στρατηγική παρουσία στην περιοχή.
Η συνεργασία μεταξύ Ρωσίας και Σαουδικής Αραβίας βασίζεται κυρίως σε οικονομικά και δημοσιονομικά συμφέροντα και λιγότερο σε ιδεολογική σύγκλιση.
Και οι δύο χώρες χρειάζονται σχετικά υψηλές τιμές πετρελαίου για να ισοσκελίζουν τους κρατικούς τους προϋπολογισμούς.
Ως αποτέλεσμα, διαθέτουν κοινό συμφέρον στη διατήρηση της σταθερότητας των διεθνών τιμών και στον περιορισμό παρατεταμένων περιόδων χαμηλών τιμών.
Η συνεργασία αυτή έχει κυρίως πραγματιστικό χαρακτήρα και επικεντρώνεται στον συντονισμό της παραγωγής και στη διαχείριση της αγοράς πετρελαίου.
Η σταδιακή διείσδυση της Κίνας στη Σαουδική Αραβία
Η ενίσχυση της κινεζικής παρουσίας δεν υπήρξε αποτέλεσμα μιας μεμονωμένης πολιτικής πρωτοβουλίας.
Αντίθετα, οικοδομήθηκε σταδιακά μέσα από μια σειρά οικονομικών επενδύσεων, διπλωματικών πρωτοβουλιών και θεσμικών συμφωνιών που πραγματοποιήθηκαν ακριβώς την περίοδο κατά την οποία η Σαουδική Αραβία αντιμετώπιζε τη μεγαλύτερη δημοσιονομική πίεση.

Η καθοριστική στιγμή: η δημόσια εγγραφή της Aramco
Σημείο καμπής αποτέλεσε η διαδικασία εισαγωγής της Saudi Aramco στο χρηματιστήριο.
Το δεύτερο εξάμηνο του 2016, ο διάδοχος του σαουδαραβικού θρόνου Mohammed bin Salman ανακοίνωσε το σχέδιο διάθεσης του 5% της εταιρείας στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.
Στόχος ήταν η άντληση τουλάχιστον 100 δισ. δολαρίων, με αποτίμηση που θα προσέγγιζε τα 2 τρισ. δολάρια, γεγονός που θα καθιστούσε την Aramco τη μεγαλύτερη εισηγμένη εταιρεία στον κόσμο.
Ωστόσο, οι διεθνείς επενδυτές διατύπωσαν σοβαρές επιφυλάξεις σχετικά με την εταιρική διακυβέρνηση, τον βαθμό κρατικού ελέγχου, τη διαφάνεια των αποθεμάτων, την ασφάλεια των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων και τη μεθοδολογία αποτίμησης.
Τα μεγάλα δυτικά χρηματιστήρια, μεταξύ των οποίων το New York Stock Exchange και το London Stock Exchange, εμφανίστηκαν απρόθυμα να προχωρήσουν στη δημόσια εγγραφή υπό τους όρους που επιθυμούσε το Ριάντ.
Τη στιγμή που η διαδικασία βρισκόταν σε αδιέξοδο, η Κίνα πρότεινε να αποκτήσει το σύνολο του προς διάθεση ποσοστού του 5%.
Η πρόταση δεν υλοποιήθηκε ποτέ.
Ωστόσο, η πολιτική και οικονομική σημασία της υπήρξε ιδιαίτερα μεγάλη.
Για τον Mohammed bin Salman, αποτέλεσε ένδειξη ότι το Πεκίνο ήταν διατεθειμένο να στηρίξει έμπρακτα το πρόγραμμα οικονομικού μετασχηματισμού της χώρας σε μια περίοδο όπου οι δυτικές αγορές διατηρούσαν επιφυλάξεις.
Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία λειτούργησε ως αφετηρία μιας δεκαετίας συνεχούς εμβάθυνσης των στρατηγικών σχέσεων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Κίνας.

To κινεζικό αποτύπωμα και η πρόκληση προς το σύστημα του πετροδολαρίου
Η διάσταση των συμφωνιών με την Κίνα που αφορά το γουάν ξεπερνά κατά πολύ το επίπεδο της εμπορικής λογιστικής.
Η προθυμία του Ριάντ να εξετάσει συναλλαγές πετρελαίου σε κινεζικό νόμισμα αποτελεί μια άμεση δομική πρόκληση για το σύστημα του πετροδολαρίου, το οποίο για δεκαετίες αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κυριαρχίας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι εντάσεις στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας έχουν επιταχύνει την προσπάθεια του Πεκίνου να δημιουργήσει εναλλακτικές χρηματοοικονομικές δομές στις συνεργασίες του με τις χώρες του Περσικού Κόλπου.
Κάθε συμφωνία που ενισχύει τη χρήση του κινεζικού νομίσματος στις ενεργειακές συναλλαγές αποκτά πλέον όχι μόνο εμπορική αλλά και γεωπολιτική σημασία.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Saudi Aramco, Amin Nasser, έχει υπογραμμίσει δημόσια τη στρατηγική σημασία της σχέσης με την Κίνα, δηλώνοντας ότι η διασφάλιση της μακροπρόθεσμης ενεργειακής ασφάλειας του Πεκίνου αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα της εταιρείας.
Η τοποθέτηση αυτή δεν αφορά απλώς έναν επιχειρηματικό κύκλο λίγων ετών. Αντίθετα, αντανακλά μια στρατηγική προσέγγιση δεκαετιών, η οποία δείχνει ότι η Σαουδική Αραβία αντιμετωπίζει πλέον την Κίνα ως τον σημαντικότερο μακροπρόθεσμο πελάτη ενέργειας και θεσμικό εταίρο της.
Η σχέση αυτή εντάσσεται και στο ευρύτερο πλαίσιο της κινεζικής υποστήριξης προς το πρόγραμμα οικονομικού μετασχηματισμού Vision 2030, το οποίο επιδιώκει τη διαφοροποίηση της σαουδαραβικής οικονομίας πέρα από την εξάρτηση από το πετρέλαιο.
Το Πεκίνο έχει ευθυγραμμιστεί με πολλές από τις βασικές προτεραιότητες του προγράμματος, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων σε υποδομές, τεχνολογία, βιομηχανία, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ψηφιακές εφαρμογές.
Η Σαουδική Αραβία δεν επιλέγει στρατόπεδο – εφαρμόζει πολιτική πολλαπλής ευθυγράμμισης
Η ανάλυση της στρατηγικής πορείας της Σαουδικής Αραβίας απαιτεί απομάκρυνση από μια απλουστευτική λογική «επιλογής πλευράς» μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου.
Το Ριάντ δεν φαίνεται να επιδιώκει την πλήρη εγκατάλειψη της αμερικανικής συμμαχίας ούτε την αποκλειστική προσχώρηση σε έναν άξονα Κίνας-Ρωσίας.
Αντίθετα, εφαρμόζει μια σύνθετη στρατηγική πολλαπλής ευθυγράμμισης, η οποία επιδιώκει να μεγιστοποιήσει τα οφέλη από τη σχέση με κάθε μεγάλη δύναμη, διατηρώντας παράλληλα τη μεγαλύτερη δυνατή στρατηγική ευελιξία.
Η νέα σαουδαραβική προσέγγιση βασίζεται σε τρεις διαφορετικούς πυλώνες:
-Σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες
Η σχέση με την Ουάσιγκτον παραμένει κρίσιμη κυρίως στον τομέα της ασφάλειας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν τη μεγαλύτερη στρατιωτική παρουσία και τις πιο προηγμένες δυνατότητες προβολής ισχύος στην περιοχή.
Η αμερικανική στρατιωτική τεχνολογία, η αμυντική συνεργασία και η πρόσβαση στα δυτικά χρηματοπιστωτικά συστήματα εξακολουθούν να αποτελούν παράγοντες που δύσκολα μπορούν να αντικατασταθούν από άλλους εταίρους.
Για τον λόγο αυτό, μια πλήρης απομάκρυνση από τις ΗΠΑ θα είχε σημαντικό στρατηγικό κόστος για το Ριάντ.
-Σχέσεις με την Κίνα
Η σχέση με το Πεκίνο βασίζεται κυρίως στην οικονομία.
Η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο ενεργειακό πελάτη της Σαουδικής Αραβίας και έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της.
Παράλληλα, προσφέρει χρηματοδότηση για μεγάλα έργα υποδομής, τεχνολογικές συνεργασίες και επενδύσεις που συνδέονται με το Vision 2030.
Η κινεζική προσέγγιση είναι ιδιαίτερα ελκυστική για το Ριάντ επειδή δεν συνοδεύεται από τις πολιτικές προϋποθέσεις που συχνά χαρακτηρίζουν τις σχέσεις με τις δυτικές χώρες.
-Σχέσεις με τη Ρωσία
Η συνεργασία με τη Μόσχα επικεντρώνεται κυρίως στην ενεργειακή πολιτική.
Μέσω του OPEC+, η Σαουδική Αραβία και η Ρωσία έχουν δημιουργήσει έναν μηχανισμό συντονισμού της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου, ο οποίος τους επιτρέπει να επηρεάζουν σημαντικά την παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Η συνεργασία αυτή δεν βασίζεται σε κοινή γεωπολιτική ατζέντα, αλλά σε κοινά οικονομικά συμφέροντα.
Τρία πιθανά σενάρια για το μέλλον
Η εξέλιξη της σαουδαραβικής στρατηγικής μπορεί να αναλυθεί μέσα από τρία βασικά σενάρια.
Σενάριο 1: Πλήρης μετατόπιση προς τον άξονα Κίνας-Ρωσίας
Χαμηλή πιθανότητα
Μια πλήρης ρήξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζει σημαντικά εμπόδια.
Καμία άλλη δύναμη δεν διαθέτει σήμερα την ίδια στρατιωτική εμβέλεια, τη διαλειτουργικότητα και το θεσμικό βάθος που προσφέρει η αμερικανική αμυντική παρουσία στον Κόλπο.
Επιπλέον, η βαθιά ενσωμάτωση της Σαουδικής Αραβίας στις αγορές πετρελαίου που βασίζονται στο δολάριο, καθώς και η σύνδεσή της με το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, δημιουργούν υψηλό κόστος μετάβασης.
Το σενάριο αυτό θα απαιτούσε μια θεμελιώδη αλλαγή στις στρατιωτικές δυνατότητες προβολής ισχύος της Κίνας στην περιοχή.
Σενάριο 2: Ελεγχόμενη πολυδιάστατη ευθυγράμμιση
Υψηλή πιθανότητα – βασικό σενάριο
Το πιθανότερο σενάριο, σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα, είναι ότι η Σαουδική Αραβία θα συνεχίσει να αξιοποιεί παράλληλα και τις τρεις μεγάλες σχέσεις της.
Η Ουάσιγκτον θα παραμείνει ο βασικός πάροχος ασφάλειας.
Το Πεκίνο θα ενισχύσει τον ρόλο του ως οικονομικός εταίρος, επενδυτής και βασικός αγοραστής ενεργειακών πόρων.
Η Μόσχα θα συνεχίσει να αποτελεί σημαντικό συνεργάτη στη διαχείριση της αγοράς πετρελαίου μέσω του OPEC+.
Η θέση της Σαουδικής Αραβίας στο επίκεντρο πολλών διαφορετικών γεωπολιτικών δικτύων προσφέρει στο Ριάντ σημαντικό διπλωματικό πλεονέκτημα.
Η χώρα έχει ήδη αξιοποιήσει αυτή τη θέση σε διαμεσολαβητικές πρωτοβουλίες, συμπεριλαμβανομένων ανταλλαγών κρατουμένων και προσπαθειών διευκόλυνσης διαπραγματεύσεων μεταξύ αντιμαχόμενων πλευρών.
Σενάριο 3: Σταδιακή μετατόπιση προς την Κίνα υπό προϋποθέσεις
Μέτρια πιθανότητα
Μια βαθύτερη στροφή προς το Πεκίνο θα μπορούσε να επιταχυνθεί εάν η Ουάσιγκτον προχωρήσει σε συμφωνία με το Ιράν που το Ριάντ θεωρήσει επιζήμια για τα στρατηγικά του συμφέροντα.
Παράλληλα, η περαιτέρω αποδυνάμωση της αξιοπιστίας των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας ή η σημαντική ενίσχυση των κινεζικών στρατιωτικών δυνατοτήτων στον Κόλπο θα μπορούσαν να επιταχύνουν αυτή την τάση.
Οι βασικοί δείκτες που θα πρέπει να παρακολουθούνται είναι η ταχύτητα υιοθέτησης συναλλαγών πετρελαίου σε γιουάν, η ανάπτυξη κινεζικών στρατιωτικών υποδομών στην περιοχή και το βάθος της θεσμικής ολοκλήρωσης μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Κίνας.
Η στρατηγική πορεία της Σαουδικής Αραβίας δεν αποτελεί μια απλή εγκατάλειψη των Ηνωμένων Πολιτειών υπέρ της Κίνας και της Ρωσίας.
Αντίθετα, αντιπροσωπεύει μια νέα μορφή γεωπολιτικού πραγματισμού, όπου το Ριάντ επιδιώκει να διατηρήσει πρόσβαση στην αμερικανική ασφάλεια, να αξιοποιήσει την κινεζική οικονομική ισχύ και να συνεργαστεί με τη Ρωσία στον ενεργειακό τομέα.
Η εποχή της αποκλειστικής αμερικανικής επιρροής στον Κόλπο φαίνεται να υποχωρεί.
Ωστόσο, η Σαουδική Αραβία δεν αντικαθιστά έναν σύμμαχο με έναν άλλο• επιχειρεί να μετατραπεί σε αυτόνομο γεωπολιτικό κόμβο, ικανό να ισορροπεί ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις και να μεγιστοποιεί τα εθνικά της συμφέροντα.
