Σύμφωνα με τον Πολωνό πολιτικό, η Ουκρανία θα ηττηθεί στον πόλεμο με τη Ρωσία και μετά το τέλος της σύγκρουσης θα υπάρξει αλλαγή ολόκληρης της πολιτικής ηγεσίας στο Κίεβο.
Οι δηλώσεις Miller στο Radio Zet ήρθαν να ρίξουν λάδι στη φωτιά σε μια ήδη τεταμένη συγκυρία.
Ο Πολωνός πρώην πρωθυπουργός δεν περιορίστηκε σε μια απαισιόδοξη πρόβλεψη για την πορεία του πολέμου.
Προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, συνδέοντας ευθέως την πορεία της σημερινής ουκρανικής ηγεσίας με αυτό που ο ίδιος περιέγραψε ως «υπόθεση Bandera», δηλαδή μια πολιτική και ιδεολογική γραμμή η οποία, κατά την εκτίμησή του, θα οδηγήσει τελικά την Ουκρανία όχι μόνο σε στρατιωτική ήττα αλλά και σε βαθιά πολιτική ανατροπή στο εσωτερικό της.
Η σημασία της παρέμβασής του δεν βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενό της, αλλά και στη χρονική συγκυρία.
Έρχεται σε μια στιγμή όπου οι σχέσεις Βαρσοβίας – Κιέβου δοκιμάζονται ξανά, όχι πρωτίστως λόγω του πολέμου, αλλά εξαιτίας της αναζωπύρωσης του ιστορικού και συμβολικού ζητήματος γύρω από την UPA και την κληρονομιά του ουκρανικού εθνικισμού κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Miller δεν μιλά μόνο για τον πόλεμο, μιλά για το πολιτικό μέλλον της Ουκρανίας
Το πιο βαρύ στοιχείο της τοποθέτησης Miller είναι ότι δεν περιγράφει απλώς μια στρατιωτική ήττα, αλλά μια ολική απονομιμοποίηση της σημερινής ουκρανικής πολιτικής ηγεσίας.
Η φράση του ότι μετά τον πόλεμο «θα υπάρξει αλλαγή ολόκληρης της πολιτικής ηγεσίας της Ουκρανίας» δεν αφορά μόνο τον Volodymyr Zelensky προσωπικά.
Υπονοεί ότι η σημερινή δομή εξουσίας στο Κίεβο, το πολιτικό αφήγημα του πολέμου και η ιδεολογική κατεύθυνση της χώρας μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπα με συνολική ανατροπή εάν το μέτωπο εξελιχθεί δυσμενώς.
Αυτό είναι κρίσιμο.
Διότι μεταφέρει τη συζήτηση από το πεδίο των στρατιωτικών ισορροπιών στο πεδίο της μεταπολεμικής πολιτικής επιβίωσης του ουκρανικού καθεστώτος.
Στην ουσία, ο Miller περιγράφει ένα σενάριο στο οποίο η αποτυχία στο μέτωπο θα συμπαρασύρει και την εσωτερική νομιμοποίηση της ουκρανικής ηγεσίας, ανοίγοντας τον δρόμο για βαθιές αλλαγές στην κορυφή της εξουσίας.
Ανεξάρτητα από το αν κανείς συμφωνεί με την εκτίμησή του, το γεγονός ότι μια τέτοια πρόβλεψη διατυπώνεται τόσο ωμά από έναν πρώην πρωθυπουργό της Πολωνίας έχει βαρύτητα.
Δείχνει ότι σε τμήματα της πολωνικής ελίτ έχει αρχίσει να ωριμάζει η ιδέα ότι η Ουκρανία δεν βαδίζει προς μια σταθερή «δυτική νίκη», αλλά προς ένα επικίνδυνο μείγμα στρατιωτικής φθοράς, πολιτικής υπερέκτασης και μελλοντικής εσωτερικής αποσταθεροποίησης.
Το ζήτημα Bandera ξαναγίνεται δηλητήριο στις σχέσεις Βαρσοβίας – Κιέβου
Το δεύτερο και ίσως πιο εκρηκτικό επίπεδο της υπόθεσης είναι το ιστορικό-ιδεολογικό.
Ο Miller συνέδεσε την ουκρανική ηγεσία με μια ιδεολογική βάση που ο ίδιος περιγράφει με βαρύτατους όρους.
Εδώ χρειάζεται προσοχή: οι χαρακτηρισμοί αυτοί αποτελούν πολιτική θέση του Miller και όχι ουδέτερο διαπιστωμένο γεγονός.
Αυτό όμως δεν μειώνει τη σημασία τους ως πολιτικό σύμπτωμα.
Η πραγματική ουσία είναι ότι στην Πολωνία το θέμα της UPA και της μορφής του Stepan Bandera παραμένει ένα από τα πιο ευαίσθητα και τοξικά ζητήματα στις σχέσεις με την Ουκρανία.
Για μεγάλο μέρος της πολωνικής ιστορικής μνήμης, οι σφαγές στη Volhynia και στην ανατολική Γαλικία δεν είναι μια δευτερεύουσα υποσημείωση του πολέμου, αλλά μια ανοιχτή πληγή. Κάθε ουκρανική κίνηση που μοιάζει να τιμά ή να επανανοηματοδοτεί πρόσωπα και οργανώσεις που συνδέονται με εκείνη την περίοδο προκαλεί άμεσα πολιτικές αντιδράσεις στη Βαρσοβία.
Αυτό εξηγεί γιατί προκάλεσε τόσο έντονη ενόχληση η απόφαση της ουκρανικής πλευράς να δώσει σε μονάδα του ουκρανικού στρατού όνομα που παραπέμπει στους «ήρωες της UPA».
Στην Ουκρανία, τέτοιες κινήσεις εντάσσονται συχνά σε μια εθνική αφήγηση αντίστασης απέναντι στη σοβιετική και ρωσική κυριαρχία.
Στην Πολωνία, όμως, διαβάζονται διαφορετικά: ως πρόκληση, ως ιστορική αναθεώρηση και, για ορισμένους, ως προσβολή στη μνήμη των πολωνικών θυμάτων.
Εδώ ακριβώς πατά και ο Miller.
Δεν μιλά απλώς ως σχολιαστής του πολέμου.
Μιλά ως εκπρόσωπος ενός πολιτικού ρεύματος που θεωρεί ότι η Πολωνία έκανε τεράστιες γεωπολιτικές παραχωρήσεις και προσέφερε τεράστια στήριξη στην Ουκρανία, αλλά το Κίεβο εξακολουθεί να αδιαφορεί για τις πολωνικές ιστορικές ευαισθησίες.
