Ξεκίνησε επειδή η κυβέρνηση του Donald Trump, υπό την ασφυκτική πίεση του Ισραήλ και ενός πανίσχυρου φιλοϊσραηλινού λόμπι στην Ουάσιγκτον, επέλεξε συνειδητά την κλιμάκωση, εγκαταλείποντας τη διπλωματία και επενδύοντας στον φόβο, την προπαγάνδα και την κατασκευή εχθρών.
Το αφήγημα που προωθήθηκε στους Αμερικανούς πολίτες ήταν απλό και τρομακτικό: αν οι ΗΠΑ δεν χτυπούσαν άμεσα το Ιράν και δεν εξόντωναν την ηγεσία του, τότε η Ισλαμική Δημοκρατία θα μπορούσε σύντομα να εκτοξεύσει πυραύλους εναντίον αμερικανικών πόλεων.
Ένα αφήγημα που σήμερα καταρρέει κάτω από το βάρος των ίδιων των στοιχείων των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών.
Την ίδια στιγμή, οι Αμερικανοί πολίτες βιώνουν εκτίναξη στις τιμές καυσίμων, νέα πληθωριστική πίεση και σοβαρές ανησυχίες για την παγκόσμια ενεργειακή και διατροφική αλυσίδα.
Παρ’ όλα αυτά, ο Trump και οι πολιτικοί του σύμμαχοι συνεχίζουν να απαιτούν από τη μεσαία τάξη να αποδεχθεί τη «θυσία» στο όνομα της ασφάλειας, παρουσιάζοντας το δίλημμα σχεδόν εκβιαστικά: είτε οικονομική δυσπραγία είτε «ένας τρελός που θα ρίξει πυρηνική βόμβα πάνω μας».
Η παραίτηση-βόμβα του Joe Kent
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η δημόσια σύγκρουση του πρώην στελέχους της κυβέρνησης Trump, Joe Kent, ο οποίος παραιτήθηκε από τη θέση του επικεφαλής του Εθνικού Κέντρου κατά της τρομοκρατίας, καταγγέλλοντας ανοιχτά την πολιτική πολέμου απέναντι στο Ιράν.
Ο Kent δεν είναι μια τυχαία φωνή.
Πρόκειται για βετεράνο με 11 αποστολές κυρίως στο Ιράκ, πρώην αξιωματικό της CIA και άνθρωπο που ανήκει στον σκληρό πυρήνα του κινήματος MAGA.
Ακριβώς γι’ αυτό, οι αποκαλύψεις του προκαλούν πολιτικό σεισμό.
Σε συνέντευξή του στο Responsible Statecraft, ο Kent αποκάλυψε ότι λίγες ημέρες πριν οι ΗΠΑ διακόψουν τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν και βομβαρδίσουν πυρηνικές εγκαταστάσεις, η Διευθύντρια Εθνικών Πληροφοριών Tulsi Gabbard είχε καταθέσει επισήμως ότι το Ιράν δεν κατασκεύαζε πυρηνικό όπλο.
Η εκτίμηση αυτή δεν ήταν μεμονωμένη. Αντιθέτως, συμβάδιζε με τις αξιολογήσεις τόσο της κυβέρνησης Biden όσο και της αμερικανικής κοινότητας πληροφοριών εδώ και δύο δεκαετίες: δεν υπήρχαν αποδείξεις ότι το Ιράν είχε επανεκκινήσει πρόγραμμα πυρηνικών όπλων μετά το 2003.
Ο Kent ήταν ξεκάθαρος: «Κάθε στοιχείο επαλήθευσης που είχαμε έδειχνε ότι δεν ανέπτυσσαν πυρηνικό όπλο».
Ακόμη πιο αποκαλυπτικός ήταν όταν κατέρριψε το βασικό επιχείρημα τρόμου της κυβέρνησης Trump: «Η ιδέα ότι το Ιράν θα μπορούσε να βάλει πυρηνικό όπλο σε βαλλιστικό πύραυλο και να χτυπήσει την Αμερική είναι απλώς γελοία».
Με άλλα λόγια, ο φόβος που χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογηθεί ο πόλεμος δεν στηριζόταν σε πραγματικά επιχειρησιακά δεδομένα αλλά σε πολιτική κατασκευή.

Joe Kent
Ο ρόλος του Ισραήλ και η πίεση Netanyahu
Οι καταγγελίες του Kent γίνονται ακόμη πιο εκρηκτικές όταν αναφέρεται ευθέως στον ρόλο του Ισραήλ.
Στην επιστολή παραίτησής του κατηγόρησε «ανώτερους Ισραηλινούς αξιωματούχους» και ισχυρά τμήματα των αμερικανικών media ότι διεξήγαγαν οργανωμένη εκστρατεία παραπληροφόρησης με σκοπό να ενισχύσουν το φιλοπολεμικό κλίμα στις ΗΠΑ.
Η αντίδραση ήταν άμεση.
Ο Kent κατηγορήθηκε για αντισημιτισμό από πολιτικούς και οργανώσεις που επί δεκαετίες χρησιμοποιούν τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό ως όπλο πολιτικής εξόντωσης οποιουδήποτε αμφισβητεί τη στρατηγική του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, ακόμη και μεγάλα αμερικανικά μέσα όπως οι New York Times επιβεβαίωσαν εμμέσως τον πυρήνα των καταγγελιών του.
Σε εκτενή ανασύνθεση των γεγονότων αποκαλύφθηκε ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Benjamin Netanyahu πίεζε επί μήνες τον Trump να χτυπήσει το Ιράν, θεωρώντας ότι το καθεστώς στην Τεχεράνη είχε αποδυναμωθεί και ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή για αλλαγή καθεστώτος.
Ο Kent αποκάλυψε επίσης ότι οι Ισραηλινοί ουδέποτε έκρυψαν τις πραγματικές τους προθέσεις: «Δεν μας είπαν ποτέ πως απλώς ήθελαν να διασφαλίσουν ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικά. Μας έλεγαν ξεκάθαρα ότι αυτή ήταν η στιγμή να αλλάξει το ιρανικό καθεστώς».
Πρόκειται για μια κρίσιμη παραδοχή.
Διότι δείχνει ότι ο στόχος δεν ήταν η μη διάδοση πυρηνικών όπλων αλλά η γεωπολιτική αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής μέσω στρατιωτικής βίας.

Η εγκατάλειψη της διπλωματίας
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι, σύμφωνα με τον Kent, οι ΗΠΑ βρίσκονταν κοντά σε συμφωνία με το Ιράν — πιθανώς καλύτερη ακόμη και από τη συμφωνία JCPOA της εποχής Barack Obama — όταν ο Trump αποφάσισε να εγκαταλείψει τις συνομιλίες και να επιλέξει τους βομβαρδισμούς.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι η Τεχεράνη φοβόταν και ταυτόχρονα σεβόταν τον Trump, ακριβώς επειδή είχε δείξει επιθετικότητα στο παρελθόν με τη δολοφονία του Qasem Soleimani, χωρίς όμως να παρασυρθεί τότε σε γενικευμένο πόλεμο.
Όλα αυτά κατέρρευσαν όταν κυριάρχησε η λογική της στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Το αποτέλεσμα; Σύμφωνα με τον Kent, η εξόντωση των πιο «μετριοπαθών» κύκλων στην ιρανική ηγεσία και η ενίσχυση των σκληροπυρηνικών.
«Σκοτώσαμε τον Ανώτατο Ηγέτη που είχε απαγορεύσει την ανάπτυξη πυρηνικού όπλου. Σκοτώσαμε μετριοπαθείς και τώρα έχουμε μείνει με τους σκληροπυρηνικούς».
Πρόκειται για ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται διαρκώς στις αμερικανικές επεμβάσεις: Ιράκ, Λιβύη, Συρία, Αφγανιστάν.
Η Δύση μιλά για δημοκρατία και σταθερότητα, αλλά οι επεμβάσεις της καταλήγουν σε χάος, εμφυλίους και ενίσχυση ακραίων δυνάμεων.

Η οικονομική καταστροφή επιστρέφει στις ΗΠΑ
Η νέα πολεμική κρίση έχει ήδη σοβαρό αντίκτυπο στην αμερικανική οικονομία.
Η απειλή αποκλεισμού των Στενών του Hormuz προκαλεί σοκ στις διεθνείς αγορές ενέργειας, ενώ οι τιμές των καυσίμων αυξάνονται διαρκώς.
Ο Kent προειδοποίησε ότι όσο ανεβαίνει η τιμή στη βενζίνη και όσο διαρκεί ο πόλεμος, τόσο περισσότερο θα διαβρώνεται η εκλογική βάση του Trump.
Η ειρωνεία είναι τεράστια: ο Trump εξελέγη υποσχόμενος ότι δεν θα εμπλέξει ξανά τις ΗΠΑ σε ατελείωτους πολέμους της Μέσης Ανατολής.
Τελικά, επανέφερε ακριβώς το ίδιο μοντέλο στρατιωτικής παρέμβασης που υποτίθεται ότι κατήγγειλε.
Η αμερικανική δημοκρατία υπό ομηρία – Το Ισραήλ δωροδόκησε την κυβέρνηση των ΗΠΑ για τον πόλεμο με το Ιράν
Η υπόθεση αναδεικνύει και κάτι βαθύτερο: την τεράστια επιρροή λόμπι, δισεκατομμυριούχων και ξένων συμφερόντων στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα.
Επί της ουσίας το Tel Aviv μέσω φιλοϊσραηλινών επιχειρηματιών αγόρασε τον πόλεμο με το Ιράν.
Η ήττα του βουλευτή Thomas Massie, ο οποίος είχε ταχθεί κατά του πολέμου και κατά της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ, θεωρήθηκε χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικής «εκκαθάρισης» αντιφρονούντων.
Ο αντίπαλός του στηρίχθηκε από τον Trump και φιλοϊσραηλινούς δισεκατομμυριούχους, σε μια εκστρατεία εκατομμυρίων δολαρίων.
Ο Kent σχολίασε δηκτικά: «Όσο οι ψηφοφόροι δίνουν την ψήφο τους σε όποιον μπορεί να αγοράσει τις περισσότερες διαφημίσεις, θα έχουμε πολιτικούς που είναι αγορασμένοι από ξένες κυβερνήσεις και εταιρικά συμφέροντα».
Τον πόλεμο με το Ιράν αγόρασαν μέσω δωρεών, δισεκατομμυριούχοι, όπως η Miriam Adelson — από τους μεγαλύτερους χρηματοδότες του Donald Trump και του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος με τεράστια στήριξη σε φιλοϊσραηλινές οργανώσεις και projects – ο Haim Saban, ο Paul Singer, oRonald Lauder — κληρονόμος της Estée Lauder, o Larry Ellison — ιδρυτής της Oracle, o Michael Dell — ιδρυτής της Dell Technologies, o Michael Bloomberg και ο Barry Sternlicht.

Miriam Adelson
Το αφήγημα της «ασφάλειας» καταρρέει
Ακόμη και κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης Trump υπονόμευσαν τελικά το επίσημο αφήγημα.
Ο υπουργός Άμυνας Pete Hegseth παραδέχθηκε ότι το Ιράν δεν διαθέτει δυνατότητα να πλήξει τις ΗΠΑ με πυραύλους.
Ο υπουργός Εξωτερικών Marco Rubio άφησε να εννοηθεί ότι η Ουάσιγκτον βομβάρδισε επειδή το Ισραήλ επρόκειτο να το κάνει πρώτο.
Ο ίδιος ο Trump δήλωσε αργότερα ότι ο πόλεμος έγινε «κατόπιν επιθυμίας συμμάχων στον Κόλπο».
Οι αντιφάσεις αυτές αποκαλύπτουν πως η στρατηγική δεν βασίστηκε σε άμεση αμερικανική απειλή αλλά σε περιφερειακές γεωπολιτικές επιδιώξεις και σε πολιτικές πιέσεις.

Ένας πόλεμος χωρίς τέλος
Η ιστορία επαναλαμβάνεται με τρομακτική ακρίβεια.
Όπως στο Ιράκ το 2003, έτσι και σήμερα, η κοινή γνώμη βομβαρδίζεται με φόβο, υπερβολές και αφηγήματα περί «όπλων μαζικής καταστροφής».
Και πάλι, οι πραγματικοί ωφελημένοι φαίνεται να είναι το στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα, οι γεωπολιτικές φιλοδοξίες του Ισραήλ και ένα πολιτικό σύστημα που χρησιμοποιεί τον πόλεμο ως εργαλείο εσωτερικής συσπείρωσης.
Το τίμημα, όμως, το πληρώνουν οι λαοί: οι πολίτες της Μέσης Ανατολής που ζουν διαρκώς υπό βόμβες και οι Αμερικανοί πολίτες που βλέπουν την οικονομία τους να αιμορραγεί για ακόμη έναν ατελείωτο πόλεμο.
Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι, πίσω από τις δηλώσεις περί «δημοκρατίας» και «ασφάλειας», αναδύεται ξανά η ίδια παλιά πραγματικότητα: η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ εξακολουθεί να καθορίζεται όχι από την αλήθεια ή τη σταθερότητα, αλλά από την ισχύ, τα λόμπι και τις στρατηγικές επιδιώξεις συμμάχων όπως το Ισραήλ.
