Ήδη έχουν χαθεί δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας, ενώ οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες χάνουν συνεχώς έδαφος απέναντι στους Κινέζους και Αμερικανούς ανταγωνιστές τους

Η Ευρώπη επένδυσε πολιτικά, οικονομικά και ιδεολογικά στο λεγόμενο Green Deal, παρουσιάζοντάς το ως τη μεγάλη στρατηγική που θα καθιστούσε την ήπειρο «κλιματικά ουδέτερη» έως το 2050.
Η Ursula von der Leyen είχε χαρακτηρίσει το σχέδιο ως τη «στιγμή του ανθρώπου στο φεγγάρι» για την Ευρώπη.
Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ διαφορετική: το Green Deal εξελίσσεται σε έναν από τους βασικούς παράγοντες αποδυνάμωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας, της βιομηχανίας και της κοινωνικής συνοχής.

Η πράσινη μετάβαση και η κατάρρευση της ανταγωνιστικότητας

Η Ευρώπη βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με σοβαρή απώλεια ανταγωνιστικότητας έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας. Το ενεργειακό κόστος έχει εκτοξευθεί σε επίπεδα δύο έως τρεις φορές υψηλότερα από αυτά των βασικών ανταγωνιστών της. Η ηλεκτρική ενέργεια για τις επιχειρήσεις έχει μετατραπεί σε δυσβάσταχτο βάρος, ενώ η υπερφορολόγηση και οι πράσινες ρυθμίσεις αυξάνουν περαιτέρω το κόστος παραγωγής.
Η βασική αιτία δεν είναι άλλη από τις ίδιες τις πολιτικές επιλογές των Βρυξελλών. Οι δεσμεύσεις για μηδενικές εκπομπές έως το 2050 και για μείωση των εκπομπών κατά 55% έως το 2030 επιβλήθηκαν με τρόπο που περιορίζει δραστικά την ενεργειακή επάρκεια της Ευρώπης. Η απολιγνιτοποίηση, η απομάκρυνση από την πυρηνική ενέργεια και οι περιορισμοί στο φυσικό αέριο δημιούργησαν ένα ενεργειακό σύστημα εξαιρετικά ασταθές και ακριβό.
Το παράδοξο είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ευθύνεται μόλις για περίπου το 6% των παγκόσμιων εκπομπών CO₂, αλλά εφαρμόζει τις πιο επιθετικές και οικονομικά επώδυνες πολιτικές στον κόσμο, υπονομεύοντας τη δική της παραγωγική βάση χωρίς ουσιαστικό παγκόσμιο περιβαλλοντικό αποτέλεσμα.

Η αποβιομηχάνιση έχει ήδη ξεκινήσει

Οι συνέπειες για τη βιομηχανία είναι πλέον ορατές. Ενεργοβόροι κλάδοι, όπως η χαλυβουργία, η χημική βιομηχανία και η αυτοκινητοβιομηχανία, μεταφέρουν δραστηριότητες εκτός Ευρώπης ή περιορίζουν την παραγωγή τους.
Η αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο κλάδος αντιστοιχεί σε πάνω από το 7% του ΑΕΠ της ΕΕ και απασχολεί σχεδόν 14 εκατομμύρια εργαζόμενους. Ωστόσο, η απόφαση για απαγόρευση των κινητήρων εσωτερικής καύσης από το 2035 επιβάλλει μια βίαιη μετάβαση στα ηλεκτρικά οχήματα, παρά τα σοβαρά τεχνολογικά και εμπορικά προβλήματα που εξακολουθούν να υπάρχουν.
Ήδη έχουν χαθεί δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας στον κλάδο, ενώ οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες χάνουν συνεχώς έδαφος απέναντι στους Κινέζους και Αμερικανούς ανταγωνιστές τους. Το κόστος συμμόρφωσης με τις νέες πράσινες ρυθμίσεις μειώνει την κερδοφορία και αποθαρρύνει νέες επενδύσεις.

Αγρότες σε απόγνωση

Ανάλογη εικόνα παρατηρείται και στον αγροτικό τομέα. Οι περιορισμοί στη χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, οι αυστηροί περιβαλλοντικοί κανόνες και η αύξηση του ενεργειακού κόστους έχουν οδηγήσει χιλιάδες αγρότες σε οικονομικό αδιέξοδο.
Οι μαζικές κινητοποιήσεις αγροτών σε Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία και Βέλγιο δεν ήταν τυχαίες. Οι παραγωγοί καταγγέλλουν ότι η πράσινη πολιτική των Βρυξελλών αυξάνει το κόστος παραγωγής, μειώνει τις αποδόσεις και απειλεί την επισιτιστική ασφάλεια της Ευρώπης.
Την ίδια στιγμή, οι μεγάλες πολυεθνικές αγροδιατροφής αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη ισχύ, καθώς οι μικρομεσαίοι παραγωγοί αδυνατούν να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις. Αντί δηλαδή να ενισχύεται η βιώσιμη ανάπτυξη, επιταχύνεται η συγκέντρωση της παραγωγής σε λίγους μεγάλους ομίλους.

Το πρόβλημα του κεντρικού σχεδιασμού

Η αποτυχία του Green Deal δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και δομική. Οι Βρυξέλλες επιχείρησαν να διαχειριστούν την ενεργειακή μετάβαση μέσα από έναν μηχανισμό κεντρικού σχεδιασμού, επιβάλλοντας συγκεκριμένες τεχνολογικές επιλογές και πολιτικές κατευθύνσεις.
Αντί να αφήσουν την αγορά, την καινοτομία και τον ανταγωνισμό να διαμορφώσουν τις βέλτιστες λύσεις, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί επέλεξαν να «καθοδηγήσουν» την οικονομία μέσω επιδοτήσεων, απαγορεύσεων και αυστηρής ρύθμισης.
Το αποτέλεσμα είναι στρεβλώσεις, τεράστιο κόστος και επενδυτική αβεβαιότητα. Η επιβολή μίας μόνο τεχνολογικής κατεύθυνσης – ουσιαστικά της πλήρους ηλεκτροκίνησης – αγνοεί τις ανάγκες της βιομηχανίας και περιορίζει την τεχνολογική ουδετερότητα.

Η περίπτωση της Γερμανίας

Η Γερμανία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της αποτυχίας της πράσινης στρατηγικής. Η περίφημη Energiewende, η ενεργειακή μετάβαση που βασίστηκε στην επέκταση των ΑΠΕ και στην ταυτόχρονη εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας, έχει κοστίσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ από το 2002 έως σήμερα.
Παρά το τεράστιο κόστος, η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και σοβαρά προβλήματα ενεργειακής επάρκειας. Η γερμανική βιομηχανία χάνει διαρκώς ανταγωνιστικότητα, ενώ μεγάλες επιχειρήσεις εξετάζουν μεταφορά παραγωγής στις ΗΠΑ, όπου το ενεργειακό κόστος είναι πολύ χαμηλότερο.
Η ειρωνεία είναι ότι το κλείσιμο των πυρηνικών μονάδων – οι οποίες παρήγαγαν ενέργεια χωρίς εκπομπές CO₂ – ακύρωσε μεγάλο μέρος των περιβαλλοντικών οφελών που υποτίθεται ότι θα έφερνε η πράσινη μετάβαση.

Η πολιτική και κοινωνική αντίδραση μεγαλώνει

Η πολιτική φθορά του Green Deal είναι πλέον εμφανής. Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών του 2024 κατέδειξαν τη σημαντική ενίσχυση κομμάτων που αμφισβητούν ευθέως την πράσινη ατζέντα των Βρυξελλών.
Υπό την πίεση της κοινωνικής δυσαρέσκειας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγκάζεται ήδη να αναδιπλωθεί σε αρκετές περιπτώσεις, χαλαρώνοντας ορισμένες ρυθμίσεις και αποφεύγοντας ακόμη και τον ίδιο τον όρο «Green Deal».
Η πραγματικότητα είναι ότι η Ευρώπη επιχειρεί να εφαρμόσει την πιο φιλόδοξη ενεργειακή μετάβαση παγκοσμίως σε μια περίοδο οικονομικής αδυναμίας, γεωπολιτικής αστάθειας και βιομηχανικής πίεσης.
Το αποτέλεσμα είναι ένας επικίνδυνος συνδυασμός υψηλού κόστους, χαμηλής ανάπτυξης και κοινωνικής δυσαρέσκειας…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *