Η κυβέρνηση Μητσοτάκη υποθήκευσε το μέλλον της χώρας και μετέτρεψε ιδιωτικά «κόκκινα» δάνεια αξίας 227 δις. ευρώ σε εξωτερικό χρέος με εγγυήσεις δημοσίου
Ενα άγνωστο στους περισσότερους στοιχείο της ελληνικής οικονομίας έρχεται στο φως το τελευταίο διάστημα, που όχι μόνο δεν έχει συζητηθεί ποτέ ανοιχτά, αλλά αποτελεί και ένα λογιστικό παράδοξο που αγγίζει τα όρια σκανδάλου.
Πρόκειται για το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος της χώρας, το οποίο διαφέρει ως προς τη δομή και το συνολικό ύψος του από το «παραδοσιακό» δημόσιο χρέος. Το πρώτο αγγίζει τα 590 δισ. ευρώ και το δεύτερο τα 362,8 δισ. ευρώ. Τι είναι, όμως, τα υπόλοιπα 227 δισ. ευρώ; Στην πλειονότητά τους τα «κόκκινα» δάνεια που πουλήθηκαν από τις ελληνικές τράπεζες και πέρασαν στα χέρια των ξένων funds, σε εξωφρενικά χαμηλές τιμές και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις κάτω από 10% της αξίας τους.
Παρότι τα δάνεια τιτλοποιήθηκαν με το πρόγραμμα «Ηρακλής», φέρνουν την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και στη συνέχεια πουλήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές στα funds και στο ακαθάριστο εξωτερικό χρέος της χώρας μεταφέρθηκε το αρχικό ποσό των δανείων. Αυτό το ποσό, μάλιστα, κάνουν απαιτητικό τα ξένα funds από τους δανειολήπτες, αποκομίζοντας τα ίδια τεράστια υπερκέρδη. Την ίδια ώρα, οι οφειλέτες απειλούνται με κατασχέσεις και πλειστηριασμούς, αφού καλούνται να αποπληρώσουν το σύνολο της οφειλής.
Πολύ σχηματικά, ένα δάνειο π.χ. ύψους 100.000 ευρώ πουλήθηκε σε fund αντί 20.000 ευρώ. Ωστόσο, εξακολουθεί να εμφανίζεται ως υποχρέωση 100.000 ευρώ στο ακαθάριστο εξωτερικό χρέος της χώρας. Η οικονομία, δηλαδή, συνεχίζει να εμφανίζει πως χρωστά το σύνολο του ποσού, ενώ ο νέος πιστωτής έχει αποκτήσει το δάνειο σε πολύ χαμηλή τιμή.
Το διπλό κόστος
Το ακόμα πιο εξοργιστικό της υπόθεσης είναι πως το κράτος βοήθησε τις τράπεζες να ξεφορτωθούν τα δάνεια και διευκόλυνε τη μεταβίβαση σε ξένα funds, μέσω του προγράμματος «Ηρακλής», δηλαδή το Ελληνικό Δημόσιο δίνει κρατικές εγγυήσεις για τις μαζικές πωλήσεις δανείων. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), το συνολικό υπόλοιπο των εγγυήσεων από το πρόγραμμα «Ηρακλής» ανέρχεται στα 17,1 δισ. ευρώ, παρότι τα funds και οι servicers έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους δάνεια που υπερβαίνουν τα 80 δισ. ευρώ, ενώ μόνο το δ’ τρίμηνο του 2025 παρουσιάζονται αυξημένα κατά 604 εκατ. ευρώ.
Αυτές οι εγγυήσεις όμως, εφόσον καταπέσουν, θα πληρωθούν από τον ελληνικό Προϋπολογισμό, δηλαδή τα υπερπλεονάσματα που καταγράφονται στις πλάτες των πολιτών και των επιχειρήσεων. Ωστόσο, δεν είναι ο μοναδικός τρόπος που οι Ελληνες φορολογούμενοι πληρώνουν το «μάρμαρο» της εξυγίανσης των τραπεζών.
Το Δημόσιο συμμετείχε και στις τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις των ελληνικών τραπεζών στη διάρκεια των Μνημονίων. Το κόστος έφτασε τα 42-43 δισ. ευρώ, ενώ μετά την αποεπένδυση του πρώην Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), που έχει απορροφηθεί από το Υπερταμείο, το τελικό ποσό που χρεώθηκε ο Ελληνας φορολογούμενος αγγίζει τα 40 δισ. ευρώ (βλέπε πίνακα 1).
Το μεγάλο «ξεφόρτωμα»
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος της χώρας εκτινάχθηκε από 366,9 δισ. ευρώ το 2008, σε 590,3 δισ. ευρώ το 2025. Δηλαδή, όχι μόνο δεν μειώθηκε στη διάρκεια της πιο σκληρής περιόδου λιτότητας που γνώρισε μεταπολεμικά η χώρα, αλλά κατέγραψε νέα ιστορικά υψηλά στη μεταμνημονιακή εποχή – οπότε υποτίθεται ότι η οικονομία θα «απελευθερωνόταν». Μετά την πρώτη εκτόξευση στα χρόνια της κρίσης, το εξωτερικό χρέος αποκλιμακώνεται ελαφρώς μέχρι το 2017. Ωστόσο, από το 2018 και μετά επανέρχεται σε ανοδική τροχιά, για να ξεπεράσει τα 500 δισ. ευρώ το 2020 και να προσεγγίσει τα 600 δισ. μέσα σε λίγα χρόνια (βλέπε πίνακα 2).
Πίσω από αυτήν την εξέλιξη κρύβεται μια μετατόπιση που δεν συζητήθηκε σχεδόν ποτέ με πολιτικούς όρους, καθώς γκρεμίζει το αφήγημα των Μνημονίων και αποκαλύπτεται πως η ελληνική οικονομία λειτουργεί με δανεικά από το εξωτερικό σε όλα τα επίπεδα.
Μεγάλο μέρος αυτής της «έκρηξης» χρέους αφορά τη μαζική πώληση «κόκκινων» δανείων από τις ελληνικές τράπεζες στα ξένα funds. Με αυτόν τον τρόπο το εσωτερικό χρέος μετατράπηκε σε εξωτερικό. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, που κάποτε ξεπερνούσαν τα 100 δισ. ευρώ, περιορίστηκαν σε μονοψήφια ποσοστά, με το τραπεζικό σύστημα να εμφανίζεται πλέον «καθαρό», αφού οι τράπεζες «καθάρισαν» τους ισολογισμούς τους. Και μόλις βρήκαν ευκαιρία -καθώς πήραν το πράσινο φως από την κυβέρνηση Μητσοτάκη-, άρχισαν να μοιράζουν προκλητικά μεγάλα ποσά σε μερίσματα.
Ωστόσο, οι δανειολήπτες παρέμειναν οι ίδιοι και το χρέος από εσωτερικό μετατράπηκε σε… εξωτερικό, με τη χώρα να γίνεται ακόμα πιο εξαρτημένη από διεθνείς πιστωτές.
Κερδισμένα τα ξένα funds
Αξίζει να διευκρινιστεί πως αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο καταγράφονται διεθνώς οι υποχρεώσεις στο εξωτερικό χρέος μιας χώρας. Ομως, το ζήτημα είναι καθαρά πολιτικό και κοινωνικό, καθώς το ξένο fund που αγόρασε το δάνειο έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει έως και το σύνολο της απαίτησης, χωρίς να σημαίνει ότι θα το εισπράξει στο ακέραιο. Σε πολλές περιπτώσεις καταλήγουν σε ρυθμίσεις με μικρά «κουρέματα», φυσικά υπό τις προϋποθέσεις που ορίζουν αυθαίρετα τα ίδια τα funds. Ωστόσο, ακόμα και αν τελικά πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό, δεν κατευθύνεται πλέον στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα, αλλά μεταφέρεται στο εξωτερικό.
Συνεπώς ούτε τα δάνεια διαγράφηκαν και ούτε οι δανειολήπτες απαλλάχθηκαν από τις οφειλές τους. Το μόνο που άλλαξε είναι ο πιστωτής και ο μόνος που κερδίζει από τη μαζική πώληση των δανείων είναι τα ξένα funds τα οποία δεν διαθέτουν καν γραφεία στην Ελλάδα και εκπροσωπούνται από του servicers. Το fund, δηλαδή, που αγόρασε ένα δάνειο 100.000 ευρώ αντί 10.000 ευρώ θα διεκδικήσει ολόκληρο το ποσό. Ακόμα και αν αποδεχτεί μια ρύθμιση με «κούρεμα» στα 80.000 ευρώ, ο δανειολήπτης θα κερδίσει σχεδόν 20.000 ευρώ.
Και εδώ προκύπτει ακόμα μια προκλητική διάσταση του θέματος, καθώς έχει μεταφερθεί στο εξωτερικό ένα μεγάλο μέρος των μελλοντικών εισοδημάτων των πολιτών και κατ’ επέκταση της ελληνικής οικονομίας.
Πίνακας 1


