Η δικαστική αντιμετώπιση των συνεπειών του εμβολιασμού, ιδίως μετά την πανδημία COVID-19, εισέρχεται σε μια νέα εκρηκτική φάση, όπου το ζήτημα παύει να είναι αποκλειστικά ιατρικό και μετατρέπεται σε βαθιά συνταγματικό και κοινωνικό… όπου τον λόγο πλέον παίρνουν τα δικαστήρια για τις σοκαριστικές παρενέργειες.
Πιο αναλυτικά, στον πυρήνα της σχετικής νομολογίας αναδύεται ένα κρίσιμο ερώτημα: όταν ο πολίτης συμβάλλει συνειδητά στην προστασία της δημόσιας υγείας, αλλά υφίσταται μια σπάνια και σοβαρή παρενέργεια που μπορεί να οδήγησε και στον θάνατο, ποιος φέρει τελικά το βάρος της ζημίας;
Η απάντηση που δίνουν πλέον τα δικαστήρια είναι σαφής και ιδιαίτερα ηχηρή.
Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες δεν αντιμετωπίζονται ως απλό ατομικό ρίσκο, αλλά ως «δημόσιο βάρος», το οποίο δεν μπορεί να επωμίζεται αποκλειστικά ο παθών.
Η ευθύνη μετατοπίζεται στην Πολιτεία, η οποία καλείται να αποκαταστήσει τη ζημία στο πλαίσιο της συνταγματικής της αποστολής… εν ολίγοις το Κράτος πρέπει να πληρώσει.

Η απόφαση – σταθμός μετά από θάνατο ασθενούς – 300.000 ευρώ αποζημίωση σε συγγενείς
Ειδικότερα, η υπ’ αριθμ. 11407/2025 απόφαση του Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών σηματοδοτεί μια κρίσιμη καμπή στη νομολογία για την κρατική ευθύνη σε περιπτώσεις βλάβης υγείας μετά από εμβολιασμό στο πλαίσιο δημόσιας πολιτικής.
Το δικαστήριο αναγνώρισε αποζημιωτική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου για τον θάνατο γυναίκας που επήλθε συνεπεία θρομβωτικού επεισοδίου, το οποίο συνδέθηκε αιτιωδώς με τη χορήγηση του εμβολίου της AstraZeneca.

Καθοριστικής σημασίας υπήρξε η απόρριψη του βασικού ισχυρισμού του Δημοσίου ότι ο εμβολιασμός είχε αποκλειστικά εθελοντικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, δεν γεννάται ευθύνη αποζημίωσης.
Το δικαστήριο έκρινε ότι, ανεξαρτήτως του τυπικού χαρακτηρισμού, ο εμβολιασμός εντασσόταν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κρατικά οργανωμένης και εντατικά προωθούμενης υγειονομικής στρατηγικής, η οποία εξυπηρετούσε σκοπούς δημόσιου συμφέροντος, και άρα ενεργοποιεί την υποχρέωση του κράτους να αποκαθιστά ζημίες που υφίστανται πολίτες στο πλαίσιο αυτής.
Η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ εμβολιασμού και θανατηφόρου αποτελέσματος δεν θεμελιώθηκε με απόλυτη επιστημονική βεβαιότητα — κάτι που άλλωστε δεν απαιτείται κατά πάγια νομολογία — αλλά με υψηλό βαθμό πιθανότητας, βασισμένο σε ένα συνεκτικό αποδεικτικό πλέγμα.
Συγκεκριμένα, ελήφθη υπόψη η στενή χρονική εγγύτητα μεταξύ της χορήγησης του εμβολίου και της εκδήλωσης του επεισοδίου, η απουσία εναλλακτικών παραγόντων κινδύνου στο ιατρικό ιστορικό της θανoύσας, καθώς και η τεκμηρίωση από τη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία που αναγνωρίζει τη συγκεκριμένη σπάνια παρενέργεια.

Η αποζημίωση
Με βάση τα ανωτέρω, το δικαστήριο επιδίκασε συνολική αποζημίωση ύψους 300.000 ευρώ, κατανέμοντας 120.000 ευρώ στον σύζυγο και από 90.000 ευρώ σε καθεμία από τις δύο θυγατέρες. Η κρίση αυτή εδράζεται στην αναγνώριση της ηθικής βλάβης και της ανεπανόρθωτης απώλειας που υπέστη η οικογένεια, αποτυπώνοντας τη νομολογιακή προσέγγιση περί αποκατάστασης του «δυσαναπλήρωτου κενού».
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αποσαφήνιση του υπόχρεου προς αποζημίωση. Το δικαστήριο έκρινε ότι ούτε οι Περιφέρειες ούτε οι επιμέρους υγειονομικές αρχές φέρουν ευθύνη, καθώς ενεργούν κατ’ εκτέλεση κεντρικών κατευθύνσεων.

Το σκεπτικό της απόφασης
Ομοίως, δεν στοιχειοθετήθηκε ευθύνη της φαρμακευτικής εταιρείας, ελλείψει απόδειξης ελαττώματος του προϊόντος. Αντιθέτως, η ευθύνη αποδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο, ως φορέα σχεδιασμού, οργάνωσης και υλοποίησης της εθνικής στρατηγικής εμβολιασμού και ως εγγυητή της δημόσιας υγείας.
Το κρίσιμο νομικό ζήτημα της απόδειξης της αιτιώδους συνάφειας αναδεικνύεται για ακόμη μία φορά ως ο πυρήνας τέτοιων διαφορών. Τα διοικητικά δικαστήρια υιοθετούν μια ρεαλιστική και λειτουργική προσέγγιση, αναγνωρίζοντας ότι στην ιατρική επιστήμη η απόλυτη βεβαιότητα είναι συχνά ανέφικτη. Ως εκ τούτου, αρκεί η θεμελίωση ενός υψηλού βαθμού πιθανολόγησης, μέσω πραγματογνωμοσυνών, χρονικής συσχέτισης, αποκλεισμού άλλων αιτίων και αξιοποίησης διεθνών επιστημονικών δεδομένων.
Η σπανιότητα της παρενέργειας δεν λειτουργεί αποτρεπτικά· αντιθέτως, ενισχύει τον εξαιρετικό χαρακτήρα της ζημίας και την ανάγκη αποκατάστασής της.
Η εν λόγω απόφαση δεν υπονομεύει τη σημασία του εμβολιασμού ως εργαλείου δημόσιας υγείας.
Αντιθέτως, ενισχύει τη θεσμική αξιοπιστία του συστήματος, καθώς επιβεβαιώνει ότι το κράτος αναλαμβάνει την ευθύνη για τις σπάνιες αλλά σοβαρές συνέπειες που μπορεί να προκύψουν από πολιτικές συλλογικής προστασίας. Η συνταγματική αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη αποκτά, έτσι, ουσιαστικό περιεχόμενο, μετατρεπόμενη από αφηρημένη επιταγή σε συγκεκριμένο μηχανισμό αποκατάστασης και κοινωνικής αλληλεγγύης.

Οι προηγούμενες αποφάσεις
