Στην ουσία, το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου έχει πάψει να είναι απλώς μια ενεργειακή επένδυση. Έχει μετατραπεί σε δοκιμασία πολιτικής βούλησης, ευρωπαϊκής αξιοπιστίας και γεωπολιτικής αντοχής. Και στις Βρυξέλλες το λένε πλέον καθαρά: όσο το έργο μένει πίσω, τόσο ζημιώνονται όλοι.
Μήνυμα επιτάχυνσης προς Αθήνα και Λευκωσία στέλνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το υποθαλάσσιο ηλεκτρικό καλώδιο Great Sea Interconnector, ζητώντας «ταχεία» πρόοδο σε ένα έργο που θεωρείται πλέον κρίσιμο όχι μόνο για την ενεργειακή ασφάλεια της Κύπρου, αλλά και για τη συνολική στρατηγική της Ευρώπης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το έργο προβλέπει τη διασύνδεση των ηλεκτρικών δικτύων Ισραήλ, Κύπρου και Ελλάδας, μέσω ενός από τα μεγαλύτερα και βαθύτερα υποθαλάσσια καλώδια στον κόσμο, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να χρηματοδοτεί εν μέρει το σκέλος που αφορά τη σύνδεση της Κύπρου με την Κρήτη. Στις Βρυξέλλες αντιμετωπίζεται ως έργο υψηλής γεωπολιτικής και ενεργειακής σημασίας, ενταγμένο και στη γενικότερη πρωτοβουλία Energy Highways που έχει παρουσιάσει η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Η πίεση της Κομισιόν έρχεται σε μια στιγμή ιδιαίτερα φορτισμένη. Η Κύπρος παραμένει το μοναδικό κράτος-μέλος της ΕΕ χωρίς ηλεκτρική διασύνδεση με άλλη ευρωπαϊκή χώρα, ενώ η μεγάλη εξάρτησή της από εισαγόμενο πετρέλαιο την καθιστά εξαιρετικά ευάλωτη σε κάθε κρίση στην περιοχή. Η αναταραχή στη Μέση Ανατολή και ειδικά οι επιπτώσεις από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επανέφεραν με ένταση στο προσκήνιο το ζήτημα της ενεργειακής θωράκισης του νησιού.
Στις Βρυξέλλες το μήνυμα είναι σαφές: δεν υπάρχει πλέον περιθώριο για νέες καθυστερήσεις. Η Επιτροπή καλεί όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές – κυβερνήσεις, ρυθμιστικές αρχές και φορείς υλοποίησης – να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους, ώστε να μειωθεί το ενεργειακό κόστος και να ενισχυθεί η ανεξαρτησία της Ευρώπης.
Το έργο, ωστόσο, έχει ήδη περάσει από σοβαρές αναταράξεις. Τον περασμένο Σεπτέμβριο η Λευκωσία είχε προκαλέσει αίσθηση εκφράζοντας αμφιβολίες για τη χρηματοοικονομική βιωσιμότητα του σχεδίου με τους υφιστάμενους όρους. Έκτοτε, Κύπρος και Ελλάδα επιχειρούν να σπάσουν το αδιέξοδο, επανεξετάζοντας το κόστος και τα οικονομικά δεδομένα της επένδυσης.
Παρά τις επιφυλάξεις αυτές, η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα φαίνεται να αλλάζει τα δεδομένα. Μετά τις επιθέσεις που δέχθηκε η Κύπρος από ιρανικά drones και πυραύλους και μετά τη σημαντική ελληνική στρατιωτική συνδρομή στην άμυνα του νησιού, διπλωματικές πηγές στην Αθήνα θεωρούν ότι δημιουργείται νέα δυναμική υπέρ της προώθησης της διασύνδεσης. Το έργο δεν αντιμετωπίζεται πια μόνο ως ενεργειακή υποδομή, αλλά ως κρίσιμος άξονας στρατηγικής σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η ισραηλινή διάσταση. Το Τελ Αβίβ πιέζει επίσης για ταχύτερη υλοποίηση, καθώς το καλώδιο θα δημιουργήσει έναν απευθείας διάδρομο σύνδεσης με την Ευρώπη. Πέρα από την ηλεκτρική διασύνδεση, Ισραήλ και ΕΕ βλέπουν στο έργο και μια ευρύτερη προοπτική αξιοποίησης των σημαντικών αποθεμάτων φυσικού αερίου της περιοχής.
Το μεγάλο αγκάθι, βέβαια, δεν είναι μόνο οικονομικό. Οι γεωπολιτικές εντάσεις και κυρίως η τουρκική στάση συνεχίζουν να βαραίνουν το έργο. Η Άγκυρα έχει διαμηνύσει ότι δεν θα επιτρέψει τη διέλευση του καλωδίου από ορισμένες θαλάσσιες ζώνες, ενώ έχει προωθήσει και εναλλακτική διαδρομή μέσω του κατεχόμενου τμήματος της Κύπρου και της Τουρκίας προς την ηπειρωτική Ελλάδα. Πρόταση που η ΕΕ απορρίπτει κατηγορηματικά.
Από κυπριακής πλευράς είχε επισημανθεί ήδη από τον Φεβρουάριο ότι οι απαραίτητες έρευνες βυθού δεν είχαν ολοκληρωθεί εξαιτίας της τουρκικής παρεμπόδισης, γεγονός που άφηνε ανοιχτό το ζήτημα του ακριβούς τεχνικού και οικονομικού κόστους. Η τοποθέτηση αυτή είχε προκαλέσει τότε και πολιτική σύγκρουση στην Ελλάδα, με τον Αντώνη Σαμαρά να κατηγορεί την κυβέρνηση ότι υποχωρεί απέναντι στις τουρκικές πιέσεις.
Παρά ταύτα, σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες που έχουν φτάσει στις Βρυξέλλες, ο ΑΔΜΗΕ, ως βασικός φορέας προώθησης του έργου, έχει ενημερώσει την ΕΕ ότι οι σχετικές έρευνες έχουν πλέον ολοκληρωθεί. Αυτό σημαίνει ότι ένα βασικό τεχνικό εμπόδιο φέρεται να ξεπερνιέται, ανοίγοντας τον δρόμο για την επόμενη φάση.
Στην ουσία, το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου έχει πάψει να είναι απλώς μια ενεργειακή επένδυση. Έχει μετατραπεί σε δοκιμασία πολιτικής βούλησης, ευρωπαϊκής αξιοπιστίας και γεωπολιτικής αντοχής. Και στις Βρυξέλλες το λένε πλέον καθαρά: όσο το έργο μένει πίσω, τόσο ζημιώνονται όλοι.
