Στο μεταπολιτευτικό αυτό σκηνικό, όπου η ελίτ αυτοαναπαράγεται εκτός πραγματικότητας, η «αξιολόγηση» μιας πρόσκλησης Τραμπ ενώ τρέχουμε στον Ερντογάν δεν είναι παρά το τελευταίο επεισόδιο ενός failed state που έχει ξεχάσει τι σημαίνει κυριαρχία

Γράφει ο Καλυβιώτης
Προσκεκλημένος στην Ουάσιγκτον από τον ίδιο τον Πρόεδρο των ΗΠΑ , για να παραστεί στην εναρκτήρια συνεδρίαση του «Συμβουλίου Ειρήνης» στις 19 Φεβρουαρίου 2026 – ενός οργάνου που στοχεύει στην ανοικοδόμηση της Γάζας – ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης… «αξιολογεί» τη συμμετοχή του. Ναι, καλά διαβάσατε. Το ανακοίνωσε ότι η πρόσκληση «αξιολογείται». Τι σημαίνει αυτό ακριβώς; Ότι ενδέχεται να μην πάει; Ότι ο ηγέτης μιας χώρας-μέλους του και στρατηγικού συμμάχου των ΗΠΑ σκέφτεται αν θα τιμήσει την πρόσκληση του Αμερικανού Προέδρου;
Και όμως, την ίδια στιγμή, ο ίδιος πρωθυπουργός μεταβαίνει αύριο, 11 Φεβρουαρίου 2026, στην για την 6η συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας με τον , εν γνώσει του ότι οι Τούρκοι θα θέσουν επί τάπητος όλες τις διεκδικήσεις τους: από γκρίζες ζώνες μέχρι αποστρατιωτικοποίηση και από μέχρι το FIR. Εκεί δεν «αξιολογεί» – πάει τρέχοντας. Γιατί άραγε αυτή η διαφορά;
Αυτή η «αξιολόγηση» δεν είναι τυχαία. Είναι το σύμπτωμα μιας βαθύτερης παθογένειας: της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής που έχει μετατρέψει το Αιγαίο από χώρο αδιαμφισβήτητης κυριαρχίας σε πεδίο αέναης διαπραγμάτευσης και συνδιαχείρισης. Η ελληνική πλευρά, εδώ και δεκαετίες, επικοινωνεί στο εσωτερικό ότι υπάρχει μόνο «ένα ζήτημα»: η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ. Στην πραγματικότητα, όμως, οι συνεχείς τουρκικές διεκδικήσεις – που εμπλουτίζονται συνεχώς – έχουν παγιωθεί ως «αμοιβαίο πρόβλημα» που χρήζει «συνεννόησης». Και αυτή η παγίωση δεν είναι τωρινή. Ξεκίνησε από τα Ίμια.
Θυμηθείτε: Το 1996, μια καραμπινάτη κρίση κυριαρχίας μετατράπηκε σε «διαχείριση κρίσης» με την αμερικανική παρέμβαση και τη θρυλική φράση «no ships, no troops, no flags». Δεν ήταν ουδέτερη διπλωματία – ήταν η de facto αναγνώριση «γκρίζων ζωνών». Το Αιγαίο απέκτησε «εκκρεμότητες», και οι εκκρεμότητες, όπως τα χρέη, δεν εξαφανίζονται. Συσσωρεύονται. Από τότε, οι ελληνικές κυβερνήσεις περιορίζουν το ερώτημα σε ένα: «Πώς θα συνυπάρξουμε με τις διαφωνίες χωρίς κρίση;» Λες και η Συνθήκη της Λωζάνης δεν όρισε σύνορα, λες και η δεν είναι κυρίαρχο κράτος.
Η Συμφωνία της Μαδρίτης το 1997 ήταν το κερασάκι: Με τη φράση «σεβασμός ζωτικών συμφερόντων και ανησυχιών» και των δύο πλευρών, η Ελλάδα επί Σημίτη αποδέχθηκε ότι η Τουρκία έχει «ζωτικά συμφέροντα» στο Αιγαίο – αόριστα, αμέτρητα, ατελείωτα. Και ο «νταβατζής» αποθρασύνθηκε: Συστηματικές παραβιάσεις εναέριου χώρου, δόγμα Γαλάζιας Πατρίδας, τουρκολιβυκό μνημόνιο, εξάμηνο σουλάτσο του Oruç Reis, κατάθεση θαλασσίου χωροταξικού ανατολικά του 25ου μεσημβρινού, επ’ αορίστου NAVTEX και αντι-NOTAM.
Και η αποστρατιωτικοποίηση; Τόσο συνηθισμένη έχει γίνει η τουρκική απαίτηση, που η ελληνική κοινωνία έχει… μιθριδατιστεί. Πίνει καθημερινά το δηλητήριο των τουρκικών διεκδικήσεων και, αν ποτέ έρθει η συνεκμετάλλευση του Αιγαίου, θα ανακουφιστεί: «Επιτέλους, εξημερώσαμε το θεριό».
Η κορύφωση αυτής της ηττοπάθειας; Η Διακήρυξη Φιλίας των Αθηνών το 2023. Η Ελλάδα πρόσφερε διπλωματικό κεφάλαιο στην Τουρκία, ώστε αν ποτέ η Αθήνα αντιδράσει, οι «σύμμαχοι» να λένε: «Μα εσείς είστε φίλοι τώρα».
Και εδώ υπεισέρχεται ο κρίσιμος παράγοντας: Η αυτοαντίληψη. Η Τουρκία βλέπει τον εαυτό της ως αναδυόμενη μεσαία δύναμη, διαθέτει νεοθωμανική φιλοδοξία σε μια μεταβατική γεωπολιτική εποχή. Διαθέτει εγχώρια πολεμική βιομηχανία, drones, θα προβεί σε εξορύξεις με την , επέκταση σε τουρκογενή κράτη, αινιγματικές δηλώσεις Φιντάν για πυρηνικά. Είναι παραγωγός ισχύος.
Η Ελλάδα; Εξαρτημένη από πανάκριβους εξοπλισμούς που φτωχαίνουν το έθνος, δημογραφικά παρηκμασμένη (με υπουργούς να προτείνουν εισαγωγή πληθυσμών!), με βάσεις υπό ξένη διοίκηση και εξωτερική περιορισμένη στη «διαχείριση ισορροπιών». Το δόγμα «Άρνησης της Θάλασσας» είναι ρεαλιστικό μόνο με τις παρούσες χαμηλές φιλοδοξίες. Θα έπρεπε να έχουμε δόγμα τιμωρίας και αναγκαστικής συμμόρφωσης – αλλά αυτό απαιτεί εθνική συνείδηση ότι η μοίρα μας είναι αυτοκρατορική, όχι μικροελλαδίτικη.
Στο μεταπολιτευτικό αυτό σκηνικό, όπου η ελίτ αυτοαναπαράγεται εκτός πραγματικότητας, η «αξιολόγηση» μιας πρόσκλησης Τραμπ ενώ τρέχουμε στον Ερντογάν δεν είναι παρά το τελευταίο επεισόδιο ενός failed state που έχει ξεχάσει τι σημαίνει κυριαρχία. Και ο νταβατζής επιστρέφει πάντα να εισπράξει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *