//Η ΦΩΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΘΡΑΚΟΜΑΚΕΔΟΝΕΣ

Η ΦΩΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΘΡΑΚΟΜΑΚΕΔΟΝΕΣ

     Πρωτογνώρισα τους Θρακομακεδόνες ( Μπίλιζα τους λέγαμε τότε ) το 1958 και κατοικώ εδώ μόνιμα από το 1962. Τότε  ήσαν ακόμη κυριολεκτικά παρθένο δάσος  με λαγούς, νυφίτσες, αλεπούδες, χελώνες, σκαντζόχοιρους αλλά και τσακάλια  που τις νύχτες εμείς οι άσχετοι άνθρωποι της πόλης περνούσαμε τα ουρλιαχτά τους για κλάματα μωρών! Τότε μοσχοβολούσε ο τόπος από θυμάρι, σπάρτο , ρίγανη, κουνούκλα που όταν άνθιζαν νόμιζες ότι βρίσκεσαι στους κήπους του Παραδείσου. Τότε που ακούγαμε κελαηδίσματα από πλήθος πουλιών ως κι από αηδόνια. Τότε που τριγυρνούσε στους έρημους και θεοσκότεινους χωματόδρομους τραγουδώντας δυνατά για να διασκεδάζει την απέραντη μοναξιά του ο δασοφύλακας, ο  μακαρίτης ο Τάσος ο Γκολέμης με τις μεγάλες μουστάκες και την καραμπίνα στον ώμο.

 Τότε δεν υπήρχαν όχι εναέρια μέσα πυρόσβεσης αλλά ούτε καν αρκετά και επαρκώς εξοπλισμένα πυροσβεστικά οχήματα, οργανωμένοι εθελοντές κλπ. Φωτιά πρωτόπιασε η περιοχή στο μάγουλο του βουνού ανάμεσα στον οικισμό και  το βράχο της Βαρυμπόμπης το καλοκαίρι του 61 (ή του 62) και ανέλαβαν να τη σβήσουν οι σμηνίτες από το Τατόϊ που ήρθαν  πάνω στ’ ανοιχτά ΡΕΟ με φτυάρια και αξίνες. Και τα κατάφεραν να μην επεκταθεί και μας κάψει. Θυμάμαι μάλιστα πως όταν σουρούπωσε και κατηφόριζαν την Αρχελάου για να επιστρέψουν στο αεροδρόμιο, τους περιμέναμε στο δρόμο εγώ κι η συχωρεμένη η μητέρα μου με κανάτες με νερό και βυσσινάδα γιατί ήσαν εξουθενωμένοι και στο μοναστήρι, αν και το γλύτωσαν από βέβαιη καταστροφή, όπως μας είπαν δεν τους επέτρεψαν καν να μπουν!

  Θα μου πείτε,  τι θες και τα γράφεις όλα αυτά ποιον ενδιαφέρουν; Τα γράφω γιατί  στο σημείο αυτό του βουνού όπου απλωνόταν ένα νέο υπέροχο δάσος και απ’ όπου μπήκε στους Θρακομακεδόνες η φωτιά και έκαψε σπίτια, ΚΑΝΕΙΣ  ΠΟΤΕ όλα αυτά τα χρόνια δεν φρόντισε να φτιάξει μια στοιχειώδη αντιπυρική ζώνη. Όπως ΚΑΝΕΙΣ ΠΟΤΕ δεν φρόντισε να κάνει το ίδιο και απ’ την πλευρά της Βαρυμπόμπης παρά το ότι εκεί είχαν επανειλημμένα εκδηλωθεί πυρκαγιές που απείλησαν την κοινότητά μας. Εκεί μάλιστα φυτρώνουν συνεχώς μαζί με τα καινούργια πευκάκια  και μικρές χωματερές από μπάζα και σκουπίδια  που κάποιοι «ευυπόληπτοι» πολίτες συντοπίτες μας και μη, φροντίζουν ανελλιπώς να εναποθέτουν και παραμένουν εκεί  εν είδει  βωμών έτοιμων για  άναμμα πυράς. Τις συνέπειες αυτής της εγκληματικής αδράνειας και αδιαφορίας τις βιώνουμε σήμερα με τον τραγικότερο τρόπο. Και με πιάνει μαζί με την απέραντη θλίψη για την φοβερή καταστροφή που έγινε  κι ένα πικρό  παράπονο, γιατί ξέρω πως σίγουρα δεν θα ζήσω αρκετά για  να ξαναδώ πράσινο τον τόπο μου.

  Χρόνια των χρονών στο ίδιο έργο θεατές. Κάθε φορά συνελεύσεις για την πυρασφάλεια, συζητήσεις επί συζητήσεων, μπλα- μπλα από παράγοντες ειδικούς και μη και στο τέλος αποτέλεσμα μηδέν. Γιατί βέβαια οι περιπολίες από τους κατά κανόνα λίγους πρόθυμους  εθελοντές, αποδείχτηκε πως δεν αρκούν για ν’ αποτρέψουν την καταστροφή. Για να μη μιλήσω  για  τον εμπαιγμό με τα κανονάκια εκτόξευσης νερού στο  καμένο ρέμα της οδού Μακεδονίας, πολυδιαφημισμένο  έργο του κατά δήλωσή του… νεώτερου «Περικλή» των Θρακομακεδόνων, που έπρεπε ν’ αλλάξει η δημοτική αρχή για να συνδεθούν με το δίκτυο νερού της ΕΥΔΑΠ! (Κι όμως ο τύπος αυτός υπερψηφίστηκε στις πρόσφατες εκλογές!)

 Και κάτι ακόμα που αφορά όλους εμάς που χτίσαμε τα σπίτια μας εν γνώσει μας μέσα σ’ ένα δάσος. Ξοδεύουμε χρήματα για πολυτέλειες και καλλωπισμούς και στην πλειονότητά μας αδιαφορούμε για την θωράκιση των σπιτιών μας απέναντι στη φωτιά, κάποιοι ούτε καν μπαίνουν στον κόπο να καθαρίσουν τα οικόπεδά τους από τα πούσια και τα ξερόχορτα. Κι ας «ωρύονται» κάθε φορά οι ειδικοί επιστήμονες  για τον μεγάλο κίνδυνο που ελλοχεύει.

   Θυμάμαι χαρακτηριστικά την ομιλία το 1990 στο Πνευματικό Κέντρο Θρακομακεδόνων του αείμνηστου Δασολόγου, καθηγητή του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου  στην έδρα της Φυσικής Γεωγραφίας και Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων Κωνσταντίνου Κασσιού που είχε υποδείξει πλήθος εφαρμόσιμων μέτρων πυρασφάλειας για τα σπίτια μας  καθώς επίσης και πρωτοπόρες τότε προτάσεις για τη διαχείριση αλλά και  αξιοποίηση των πευκοβελόνων και των κλαδεμάτων από την τοπική αυτοδιοίκηση. Ποιος τον άκουσε; ΚΑΝΕΙΣ. Το ίδιο και πολλούς άλλους ειδικούς επιστήμονες που κατά καιρούς κλήθηκαν να μας δώσουν τα φώτα τους.  Αρμόδιοι και πολίτες τους γράψαμε στα παλαιότερα των υποδημάτων μας.

    Μια ζωή Επιμηθείς και ποτέ Προμηθείς (φευ, ημών των Ελλήνων δημιούργημα κι αυτοί). Θ’ αλλάξει κάτι στο μέλλον; Μακάρι αν και δυστυχώς μάλλον  χλωμό το βλέπω…

                                                        Βαρβάρα Ταβλαρίδου Μπακάλη

.