Ενώ το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης παραμένει σταθερά εγκλωβισμένο στο αφήγημα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ένα νέο, φθηνό και απόλυτα καθαρό καύσιμο υπόσχεται να παρακάμψει τα δομικά αδιέξοδα της πράσινης μετάβασης και να ανατρέψει εκ θεμελίων τις ισορροπίες της γεωπολιτικής ισχύος.
Ο λόγος για το γεωλογικό ή «λευκό» υδρογόνο, ένα φυσικό απόθεμα που βρίσκεται εγκλωβισμένο στα έγκατα της γης.
Το αθέατο κοίτασμα κάτω από τα πόδια μας
Η αφετηρία της παγκόσμιας αυτής κούρσας δόθηκε όταν το Υπουργείο Ενέργειας των Ηνωμένων Πολιτειών προέβη σε μια εντυπωσιακή εκτίμηση, αποκαλύπτοντας ότι τρισεκατομμύρια μετρικοί τόνοι φυσικού υδρογόνου βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε υπόγεια κοιτάσματα ανά τον πλανήτη.
Οι νεότεροι υπολογισμοί ανεβάζουν τα συνολικά υπόγεια αποθέματα στο αστρονομικό νούμερο των 5,6 εκατομμυρίων μεγατόνων.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ακόμη κι αν η παγκόσμια βιομηχανία καταφέρει να εξορύξει μόλις το 2% αυτής της συνολικής ποσότητας, η παραγόμενη ενέργεια θα είναι διπλάσια από εκείνη που περιέχεται σε όλα τα επιβεβαιωμένα παγκόσμια αποθέματα φυσικού αερίου.
Ο αγώνας δρόμου: Η πρωτοπορία της Κίνας και των Φιλιππίνων
Οι ενεργειακοί κολοσσοί και η επιστημονική κοινότητα επιδίδονται πλέον σε έναν σφοδρό αγώνα δρόμου για τον εντοπισμό και την εμπορική εκμετάλλευση αυτών των υποσχόμενων κοιτασμάτων.
Στην Κίνα, ερευνητές κατέγραψαν πρωτοφανή επίπεδα διαρροής υδρογόνου στη λεκάνη του Σιτσουάν, με τα δείγματα να παρουσιάζουν συγκέντρωση από 97,33% έως 98,24%.
Πρόκειται για την υψηλότερη τιμή που έχει καταγραφεί ποτέ στη ασιατική χώρα και μία από τις ελάχιστες παγκοσμίως που ξεπερνούν το 98%, γεγονός που υποδηλώνει την ύπαρξη γιγαντιαίων και άμεσα αξιοποιήσιμων ταμιευτήρων.
Την ίδια στιγμή, στην άλλη πλευρά της Ασίας, η ενεργειακή startup Koloma, υποστηριζόμενη από ισχυρά επενδυτικά κεφάλαια, εστιάζει στις Φιλιππίνες.
Η νησιωτική χώρα διαθέτει τις μεγαλύτερες φυσικές διαρροές υδρογόνου στον πλανήτη, γεγονός που μπορεί να μετατρέψει μια οικονομία που ιστορικά εξαρτάται από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων σε έναν από τους ισχυρότερους παγκόσμιους ενεργειακούς κόμβους του μέλλοντος.
Το τέλος του ακριβού πράσινου υδρογόνου
Το υδρογόνο θεωρείται εδώ και χρόνια το ιδανικό καύσιμο για τη βαριά βιομηχανία, τη χαλυβουργία και τις μεταφορές, καθώς κατά την καύση του παράγει αποκλειστικά υδρατμούς.
Ωστόσο, η παραγωγή του προσέκρουε πάντα σε τεράστια εμπόδια.
Το «γκρίζο» υδρογόνο παράγεται από ορυκτά καύσιμα επιβαρύνοντας το περιβάλλον, ενώ το «πράσινο» υδρογόνο παράγεται μέσω ηλεκτρόλυσης με τη χρήση ΑΠΕ (ανανεώσιμων πηγών ενέργειας), μια διαδικασία που παραμένει εξαιρετικά ακριβή, ενεργειακά αναποτελεσματική και κοστοβόρα, κυμαινόμενη από 3,50 έως 6 δολάρια ανά κιλό.
Το γεωλογικό υδρογόνο παρακάμπτει πλήρως την ανάγκη για δαπανηρές εργαστηριακές υποδομές και ηλεκτρολύτες, καθώς αντλείται έτοιμο, αυτούσιο από το υπέδαφος.
Κάτω από ένα δολάριο το κιλό και η γεωπολιτική ανατροπή
Σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις του αμερικανικού Υπουργείου Ενέργειας, το κόστος άντλησης του γεωλογικού υδρογόνου μπορεί να υποχωρήσει εντυπωσιακά κάτω από το 1 δολάριο ανά κιλό.
Εφόσον οι υπολογισμοί αυτοί επιβεβαιωθούν στην πράξη, το φυσικό υδρογόνο θα καταστεί φθηνότερο ακόμα και από τα συμβατικά ορυκτά καύσιμα.
Μια τέτοια εξέλιξη θα επανακαθορίσει πλήρως τον γεωπολιτικό χάρτη, μετατοπίζοντας τη στρατηγική ισχύ από τους παραδοσιακούς πετρελαϊκούς γίγαντες σε νέες χώρες που κρύβουν αυτόν τον «λευκό χρυσό» στα σπλάχνα της γης τους.
Το αδιέξοδο των ΑΠΕ: Από την αστάθεια του δικτύου στις καταστροφικές πυρκαγιές
Η ανάγκη για μια τέτοια ενεργειακή στροφή γίνεται ακόμα πιο επιτακτική αν αναλογιστεί κανείς τα σοβαρά δομικά, περιβαλλοντικά και λειτουργικά προβλήματα που συνοδεύουν τις παραδοσιακές Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Οι ΑΠΕ, παρά τις δισεκατομμύρια επιδοτήσεις, έχουν αποδείξει την αδυναμία τους να προσφέρουν σταθερή ενέργεια βάσης λόγω της έντονης μεταβλητότητάς τους, καθώς η παραγωγή τους εξαρτάται από το αν φυσάει ή αν έχει ηλιοφάνεια.
Το γεγονός αυτό απαιτεί την παράλληλη διατήρηση μονάδων ορυκτών καυσίμων σε ετοιμότητα ή τη χρήση πανάκριβων μπαταριών αποθήκευσης που επιβαρύνουν δραματικά τον τελικό καταναλωτή.
Παράλληλα, το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των ΑΠΕ αποδεικνύεται εξαιρετικά βαρύ.
Τα φωτοβολταϊκά πάρκα καταλαμβάνουν τεράστιες εκτάσεις παραγωγικής γης, ενώ η κατασκευή και η απόρριψη των πάνελ και των πτερυγίων δημιουργεί τεράστια βουνά τοξικών βιομηχανικών αποβλήτων που είναι σχεδόν αδύνατο να ανακυκλωθούν.
Το πιο επικίνδυνο όμως φαινόμενο, όπως το βίωσε με τραγικό τρόπο η Ελλάδα, είναι η βίαιη εγκατάσταση βιομηχανικών ΑΠΕ και ιδιαίτερα ανεμογεννητριών μέσα σε ευαίσθητα δασικά οικοσυστήματα, των οποίων επηρεάζουν αρνητικά την ισορροπία.
Η διάνοιξη τεράστιων δρόμων προσπέλασης και η διαμόρφωση πλατωμάτων ισοπεδώνουν κορυφογραμμές και αποψιλώνουν δάση.
Υπαρκτός και ο κίνδυνος πυρκαγιάς.
Η παρουσία υψηλής τάσης ηλεκτρολογικού εξοπλισμού, μετασχηματιστών και μηχανικών μερών σε απομονωμένες δασικές περιοχές ενέχει πάντα τον κίνδυνο βραχυκυκλώματος ή υπερθέρμανσης.
Στην Ελλάδα ερευνώνται ήδη περιστατικά όπου ανεμογεννήτριες πυροδότησαν καταστροφικές πυρκαγιές λόγω μηχανικής βλάβης ή αστοχίας υλικού, ή ελλειπών προδιαγραφών σε δύσβατα σημεία όπου η πρόσβαση των πυροσβεστικών δυνάμεων ήταν σχεδόν αδύνατη.
Απέναντι σε αυτό το επικίνδυνο και δαπανηρό μοντέλο των ΑΠΕ, το γεωλογικό υδρογόνο προβάλλει ως η μοναδική λύση που μπορεί να προσφέρει συνεχή, φθηνή και απόλυτα καθαρή ενέργεια, χωρίς να καταστρέφει το φυσικό περιβάλλον και χωρίς να μετατρέπει τα δάση σε βιομηχανικές ζώνες υψηλού κινδύνου.
