Η Βρετανία βρίσκεται σήμερα στην πρώτη γραμμή αυτής της σύγκρουσης.
Η κυβέρνηση του νέου πρωθυπουργού Andy Burnham καλείται να αποφασίσει για δύο από τα πιο αμφιλεγόμενα ενεργειακά projects της χώρας, το κοίτασμα φυσικού αερίου Jackdaw και το πετρελαϊκό Rosebank στη Βόρεια Θάλασσα.
Και ο ίδιος ο Burnham έχει ήδη χρησιμοποιήσει μια λέξη που σηματοδοτεί αλλαγή τόνου: «πραγματισμός».
Στις 30 Ιουλίου δήλωσε ότι η κυβέρνησή του θα αντιμετωπίσει «πραγματιστικά» το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο της Βόρειας Θάλασσας, την ώρα που συνδικάτα και επιχειρηματικοί φορείς πιέζουν για αξιοποίηση των εγχώριων κοιτασμάτων με επιχειρήματα την απασχόληση, τη βιομηχανία και την ενεργειακή ασφάλεια.
Από την πράσινη μετάβαση στον ενεργειακό πραγματισμό
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Βρετανία εγκαταλείπει τις ΑΠΕ ή το Net Zero.
Το αντίθετο: η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη χώρα κατέγραψε νέο ρεκόρ το 2026 και οι επενδύσεις συνεχίζονται.
Αυτό που αλλάζει είναι η πολιτική συζήτηση γύρω από την ιδέα ότι ένα ενεργειακό σύστημα μπορεί να στηριχθεί με ασφάλεια και ανταγωνιστικό κόστος σε ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό διαλείπουσας παραγωγής χωρίς τεράστιες παράλληλες επενδύσεις.
Διότι το κόστος μιας ανεμογεννήτριας ή ενός φωτοβολταϊκού δεν είναι ολόκληρο το κόστος του ηλεκτρικού συστήματος.
Όσο αυξάνεται η εξάρτηση από αιολικά και φωτοβολταϊκά, αυξάνονται και οι απαιτήσεις για νέα δίκτυα, διασυνδέσεις, αποθήκευση, εξισορρόπηση και εφεδρική ισχύ όταν οι καιρικές συνθήκες δεν επιτρέπουν επαρκή παραγωγή.
Αυτό είναι πλέον ένα από τα μεγάλα ερωτήματα της ευρωπαϊκής ενεργειακής μετάβασης.
Το παράδοξο της Βρετανίας
Η περίπτωση της Βρετανίας είναι χαρακτηριστική ακριβώς επειδή έχει επενδύσει μαζικά στις ΑΠΕ.
Υπάρχει μάλιστα ισχυρό αντεπιχείρημα στην κριτική περί «αποτυχίας»: στοιχεία που επικαλείται η Energy UK υπολογίζουν ότι η αιολική παραγωγή μείωσε τις βρετανικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην αγορά επόμενης ημέρας το 2025 κατά περίπου 31% σε σχέση με ένα υποθετικό σύστημα χωρίς αιολικά.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι τόσο απλό όσο «οι ΑΠΕ είναι ακριβές».
Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο κοστίζει συνολικά ένα αξιόπιστο σύστημα ηλεκτροδότησης όταν προστίθενται στο κόστος παραγωγής οι υποδομές που απαιτούνται για να αντισταθμιστεί η μεταβλητότητα των ΑΠΕ.

Και εδώ αρχίζει η πολιτική σύγκρουση.
Η Βόρεια Θάλασσα επιστρέφει στο τραπέζι
Το φυσικό αέριο εξακολουθεί να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στη θέρμανση και στην ηλεκτροπαραγωγή της Βρετανίας.
Για αυτό το Jackdaw αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Σε αντίθεση με το Rosebank, πρόκειται για έργο φυσικού αερίου που μπορεί να συνδεθεί με υφιστάμενες υποδομές, γεγονός που θα μπορούσε να επιτρέψει ταχύτερη έναρξη παραγωγής.
Η κυβέρνηση βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: να επιμείνει στην αυστηρή γραμμή περιορισμού των νέων projects ορυκτών καυσίμων ή να εξασφαλίσει μεγαλύτερη εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου ως μεταβατική πηγή ενέργειας.
Ο Burnham φαίνεται να αφήνει ανοιχτή τη δεύτερη πόρτα.
Και αυτό προκαλεί ήδη σοβαρές αντιδράσεις στο εσωτερικό των Εργατικών.
Ενεργειακή ασφάλεια εναντίον Net Zero
Η συζήτηση έχει αλλάξει δραματικά μετά την ενεργειακή κρίση της Ευρώπης.
Η ενεργειακή ασφάλεια επέστρεψε στο κέντρο της πολιτικής ατζέντας και οι κυβερνήσεις καλούνται πλέον να εξισορροπήσουν τρεις στόχους που δεν συμβαδίζουν πάντοτε εύκολα:
χαμηλές εκπομπές, προσιτή ενέργεια και ασφάλεια εφοδιασμού.
Η Βρετανία δεν είναι η μόνη που αντιμετωπίζει αυτή την εξίσωση.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι κυβερνήσεις έχουν ήδη περιορίσει ορισμένες προτάσεις της ΕΕ για χρηματοδότηση διασυνοριακών ενεργειακών δικτύων από εθνικούς πόρους, παρότι συμφώνησαν στην ανάγκη καλύτερου κεντρικού σχεδιασμού των δικτύων ώστε να μπορούν να απορροφήσουν περισσότερη παραγωγή ΑΠΕ.
Παράλληλα, κράτη με μεγαλύτερη εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα ζητούν περισσότερη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στο κόστος της μετάβασης.
Όχι εγκατάλειψη – αλλά αναθεώρηση των όρων
Θα ήταν, ωστόσο, ανακριβές να υποστηριχθεί ότι η Ευρώπη εγκαταλείπει συνολικά την πράσινη μετάβαση.
Μόλις τον Μάρτιο του 2026, η ΕΕ υιοθέτησε δεσμευτικό στόχο για μείωση των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 90% έως το 2040 σε σχέση με το 1990, διατηρώντας τον στόχο κλιματικής ουδετερότητας για το 2050.
Αλλά ακόμη και αυτός ο στόχος συνοδεύεται πλέον από μεγαλύτερη ευελιξία: ο ευρωπαϊκός σχεδιασμός προβλέπει εγχώρια μείωση 85%, με δυνατότητα κάλυψης έως πέντε ποσοστιαίων μονάδων μέσω διεθνών πιστώσεων άνθρακα.
Η αλλαγή επομένως είναι περισσότερο αλλαγή μεθόδου και πολιτικών προτεραιοτήτων παρά εγκατάλειψη του τελικού στόχου.
Το μεγάλο κόστος που κρύβεται πίσω από την πρίζα
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν εξετάζεται ολόκληρο το ηλεκτρικό σύστημα.
Η μαζική διείσδυση αιολικών και φωτοβολταϊκών απαιτεί επενδύσεις σε δίκτυα υψηλής τάσης, αποθήκευση ενέργειας, διασυνδέσεις και συστήματα εξισορρόπησης.
Η ίδια η ευρωπαϊκή συζήτηση για την τεράστια επέκταση των δικτύων αποτελεί έμμεση παραδοχή αυτής της πραγματικότητας: η παραγωγή περισσότερης πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας δεν αρκεί εάν το σύστημα δεν μπορεί να τη μεταφέρει και να τη διαθέτει εκεί και όταν απαιτείται.
Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ρωγμή στο αρχικό αφήγημα της πράσινης μετάβασης.
Όχι στο κατά πόσον ο ήλιος και ο άνεμος μπορούν να παράγουν φθηνή ηλεκτρική ενέργεια — μπορούν.
Αλλά στο κατά πόσον ένα ολόκληρο βιομηχανικό ενεργειακό σύστημα μπορεί να μετασχηματιστεί με την ταχύτητα που είχε αρχικά σχεδιαστεί, χωρίς το κόστος των δικτύων, της αποθήκευσης, της εφεδρείας και της ενεργειακής ασφάλειας να γίνει πολιτικά και οικονομικά δυσβάστακτο.
Το βρετανικό δίλημμα μπορεί να γίνει ευρωπαϊκό
Η απόφαση για Jackdaw και Rosebank επομένως ξεπερνά κατά πολύ δύο κοιτάσματα στη Βόρεια Θάλασσα.
Είναι μια δοκιμασία για το κατά πόσον μια κυβέρνηση που έχει δεσμευθεί στην απανθρακοποίηση είναι διατεθειμένη να διατηρήσει —ή ακόμη και να αναπτύξει— εγχώρια παραγωγή ορυκτών καυσίμων όταν θεωρεί ότι το απαιτούν η οικονομία και η ασφάλεια εφοδιασμού.
Υπάρχει βέβαια και η αντίθετη πλευρά: το UK Energy Research Centre υποστηρίζει ότι οι νέες γεωτρήσεις στη Βόρεια Θάλασσα δεν πρόκειται να μειώσουν ουσιαστικά τους λογαριασμούς ούτε να εξασφαλίσουν μακροπρόθεσμη ενεργειακή ασφάλεια, καθώς η βρετανική παραγωγή είναι ενταγμένη σε διεθνείς αγορές και τα κοιτάσματα της περιοχής βρίσκονται σε μακροχρόνια παρακμή.
Αυτό ακριβώς κάνει τη σύγκρουση τόσο σημαντική.
Δεν είναι πλέον μια απλή μάχη «πράσινων» εναντίον «ορυκτών καυσίμων».
Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στον αρχικό σχεδιασμό της πράσινης μετάβασης και στην οικονομική, βιομηχανική και γεωπολιτική πραγματικότητα που ήρθε να τον δοκιμάσει.
Και η Βρετανία ίσως γίνει ένα από τα πρώτα μεγάλα ευρωπαϊκά εργαστήρια αυτής της νέας εποχής: όχι εγκατάλειψη της πράσινης μετάβασης, αλλά μετάβαση από την πράσινη ιδεολογία στον ενεργειακό πραγματισμό.

Το ντόμινο του ενεργειακού ρεαλισμού: Ποιες χώρες πατούν φρένο στην πράσινη μετάβαση
Η Βρετανία δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση.
Πίσω από τις διακηρύξεις για Net Zero και τους φιλόδοξους στόχους απανθρακοποίησης, στην Ευρώπη βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη μια πολύ πιο αθόρυβη αλλά ουσιαστική αναθεώρηση της ενεργειακής πολιτικής.
Δεν πρόκειται ακόμη για εγκατάλειψη της πράσινης μετάβασης.
Πρόκειται όμως για κάτι που πριν από λίγα χρόνια θα φαινόταν σχεδόν αιρετικό: κυβερνήσεις μειώνουν στόχους για ΑΠΕ, επαναφέρουν το φυσικό αέριο στο επίκεντρο του σχεδιασμού, ζητούν χαλάρωση των κανόνων για τις εκπομπές και αρνούνται να θυσιάσουν τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα στον βωμό ενός άκαμπτου χρονοδιαγράμματος απανθρακοποίησης.
Και τα παραδείγματα πληθαίνουν.
Γαλλία: «Ψαλίδι» σε αιολικά και φωτοβολταϊκά – Επιστροφή στην πυρηνική ραχοκοκαλιά
Ίσως η πιο καθαρή αναθεώρηση του 2026 έρχεται από τη Γαλλία.
Τον Φεβρουάριο, το Παρίσι παρουσίασε το νέο δεκαετές ενεργειακό του σχέδιο, μειώνοντας σημαντικά τους προηγούμενους στόχους ανάπτυξης αιολικής και ηλιακής ενέργειας.
Ο στόχος για τα υπεράκτια αιολικά το 2035 μειώθηκε από 18 GW σε 15 GW.
Για τα χερσαία αιολικά, από 45 GW περιορίστηκε στα 35–40 GW, ενώ για τα φωτοβολταϊκά ο προηγούμενος στόχος των 75–100 GW μειώθηκε στα 55–80 GW.
Ακόμη πιο συμβολική είναι η απόφαση να εγκαταλειφθεί η παλαιότερη νομική δέσμευση για κλείσιμο 14 πυρηνικών αντιδραστήρων.
Η νέα γαλλική στρατηγική θέτει ξανά την πυρηνική ενέργεια στον πυρήνα του συστήματος, με στόχο ο υφιστάμενος στόλος της EDF να παράγει 420 TWh ηλεκτρικής ενέργειας το 2035, ενώ παράλληλα προχωρά ο σχεδιασμός νέων αντιδραστήρων.
Η φράση του Γάλλου υπουργού Οικονομικών Roland Lescure ήταν αποκαλυπτική:
«Η πυρηνική ενέργεια είναι η ραχοκοκαλιά του ηλεκτρικού μας συστήματος».
Η Γαλλία δεν εγκαταλείπει τις ΑΠΕ.
Εγκαταλείπει όμως την αντίληψη ότι η συνεχής και ταχεία επέκταση αιολικών και φωτοβολταϊκών πρέπει να αποτελεί αυτοσκοπό ανεξάρτητα από τις ανάγκες και το κόστος του συνολικού συστήματος.

Γερμανία: 12 GW νέου φυσικού αερίου – Και ο λιγνίτης ξανά στη συζήτηση
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση της Γερμανίας, της χώρας που ταυτίστηκε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μεγάλη ευρωπαϊκή οικονομία με την Energiewende, τη μεγάλη ενεργειακή μετάβαση.
Το Βερολίνο σχεδιάζει τώρα διαγωνισμούς για 12 GW νέας ισχύος από μονάδες φυσικού αερίου.
Η κυβέρνηση του Friedrich Merz προωθεί μάλιστα αλλαγές ώστε οι επενδύσεις σε αυτές τις μονάδες να γίνουν οικονομικά ελκυστικότερες, αυξάνοντας το ανώτατο επιτρεπόμενο επίπεδο προσφοράς στους σχετικούς διαγωνισμούς από 173.000 σε 244.000 ευρώ ανά MW.
Γιατί χρειάζονται νέες μονάδες αερίου σε μία χώρα που έχει επενδύσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια στην πράσινη μετάβαση;
Διότι η εγκατεστημένη ισχύς δεν ισοδυναμεί πάντοτε με διαθέσιμη ισχύ όταν τη χρειάζεται το σύστημα.
Η Γερμανία διαθέτει τεράστια ισχύ σε αιολικά και φωτοβολταϊκά.
Όταν όμως ο άνεμος και ο ήλιος δεν επαρκούν, απαιτείται ελεγχόμενη παραγωγή που μπορεί να ενεργοποιηθεί ανάλογα με τη ζήτηση.
Και εδώ η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο άβολη.
Μόλις στις 14 Αυγούστου, επανήλθε στη Γερμανία το ενδεχόμενο να παραμείνουν ορισμένες λιγνιτικές μονάδες διαθέσιμες πέραν του προγραμματισμένου 2030, εάν κριθεί ότι διαφορετικά τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια ηλεκτροδότησης.
Η απόφαση δεν έχει ληφθεί και ο επίσημος στόχος του 2030 παραμένει.
Το γεγονός όμως ότι η παράταση του λιγνίτη βρίσκεται ξανά στο τραπέζι είναι από μόνο του ενδεικτικό της αλλαγής των προτεραιοτήτων.
Η χώρα που έκλεισε τους τελευταίους πυρηνικούς αντιδραστήρες της και επένδυσε μαζικά σε αιολικά και φωτοβολταϊκά αναγκάζεται τώρα να σχεδιάζει νέα εργοστάσια φυσικού αερίου — και να εξετάζει εάν μπορεί πράγματι να αποχωριστεί τον άνθρακα στον χρόνο που είχε υποσχεθεί.
Ολλανδία: «Πράσινη» μετάβαση με… περισσότερο εγχώριο φυσικό αέριο
Η Ολλανδία προσφέρει ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα του νέου ενεργειακού πραγματισμού.
Το κοίτασμα του Groningen παραμένει κλειστό και η κυβέρνηση δηλώνει ότι εξακολουθεί να επιδιώκει τους κλιματικούς της στόχους.
Ταυτόχρονα όμως αποφάσισε ότι η εξόρυξη φυσικού αερίου στη Βόρεια Θάλασσα θα συνεχιστεί.
Και δεν μένει εκεί.
Η επίσημη στρατηγική προβλέπει την ενθάρρυνση νέων επενδύσεων στην έρευνα και εκμετάλλευση μικρών κοιτασμάτων φυσικού αερίου στη Βόρεια Θάλασσα, ώστε να περιοριστεί η εξάρτηση από εισαγωγές.
Η ολλανδική κυβέρνηση αναγνωρίζει επισήμως ότι η γεωπολιτική κατάσταση και η έκθεση των καταναλωτών στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών φυσικού αερίου καθιστούν την εγχώρια παραγωγή στρατηγικό εργαλείο για την ασφάλεια εφοδιασμού και την οικονομία.
Τον Ιούνιο του 2026 εγκρίθηκε, μάλιστα, το project L7-F, περίπου 70 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Den Helder, με νέα πλατφόρμα παραγωγής, έως δύο πρόσθετες γεωτρήσεις και προβλεπόμενη παραγωγή φυσικού αερίου για 10 έως 15 χρόνια.
Η αιτιολόγηση της ίδιας της ολλανδικής κυβέρνησης έχει ιδιαίτερη σημασία: το φυσικό αέριο χαρακτηρίζεται σημαντικό καύσιμο κατά τη μετάβαση προς ένα ενεργειακό σύστημα βασισμένο στις ανανεώσιμες πηγές, ενώ η εγχώρια παραγωγή θεωρείται προτιμότερη από την αυξανόμενη εξάρτηση από εισαγωγές.
Με άλλα λόγια, ακόμη και μια χώρα με ισχυρή πράσινη ατζέντα παραδέχεται πλέον ότι η μετάβαση χρειάζεται ένα πόδι στα ορυκτά καύσιμα για να παραμείνει ενεργειακά ασφαλής.

Ιταλία: Όχι στο «όλα ηλεκτρικά» – Πίεση για να επιβιώσουν οι κινητήρες εσωτερικής καύσης
Στην Ιταλία η αντίσταση εκδηλώνεται κυρίως στον άλλο μεγάλο πυλώνα της ευρωπαϊκής πράσινης πολιτικής: τις μεταφορές.
Η Ρώμη, μαζί με τη Γερμανία, πίεσε τις Βρυξέλλες για χαλάρωση της ουσιαστικής απαγόρευσης πώλησης νέων αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης από το 2035.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη προτείνει να μετατραπεί η απαίτηση για 100% μείωση των εκπομπών CO₂ των νέων αυτοκινήτων σε 90%, ανοίγοντας έτσι την πόρτα ώστε ορισμένα οχήματα με κινητήρες εσωτερικής καύσης να συνεχίσουν να πωλούνται και μετά το 2035.
Η Ιταλία ζητά ακόμη μεγαλύτερη ευελιξία, ώστε να επιτραπεί η χρήση βιοκαυσίμων και να μην επιβληθεί στην ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία μία και μοναδική τεχνολογική λύση.
«Μια ευρωπαϊκή στρατηγική επικεντρωμένη σε μία τεχνολογία θα μας θέσει σε κίνδυνο στο μέλλον», δήλωσε τον Ιούνιο η Ιταλίδα υφυπουργός Περιβάλλοντος Vannia Gava.
Πρόκειται για ουσιαστική μετατόπιση από την αρχική λογική της πλήρους ηλεκτροκίνησης προς την τεχνολογική ουδετερότητα – ηλεκτρικά αυτοκίνητα, υβριδικά, βιοκαύσιμα και άλλες λύσεις αντί μιας καθολικής απαγόρευσης.
Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία: «Δεν θα καταστρέψουμε τη βιομηχανία μας για το κλίμα»
Στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, η αντίσταση είναι ακόμη πιο έντονη.
Πολωνία, Τσεχία και Σλοβακία έχουν επανειλημμένα πιέσει για χαλάρωση των ευρωπαϊκών κλιματικών πολιτικών, επικαλούμενες το κόστος για τη βιομηχανία, τις υψηλές τιμές ενέργειας και τον κίνδυνο απώλειας ανταγωνιστικότητας.
Η Πολωνία, η Σλοβακία και η Ουγγαρία αντιτάχθηκαν στον ευρωπαϊκό στόχο μείωσης των εκπομπών κατά 90% έως το 2040, υποστηρίζοντας ότι θα επιβαρύνει υπερβολικά τις εγχώριες βιομηχανίες.
Το τελικό ευρωπαϊκό σχέδιο παρέμεινε μεν στο 90%, αλλά χαλάρωσε ουσιαστικά: επιτρέπει τη χρήση διεθνών πιστώσεων άνθρακα για πέντε ποσοστιαίες μονάδες, με αποτέλεσμα οι εγχώριες ευρωπαϊκές μειώσεις να περιορίζονται ουσιαστικά στο 85%.
Παράλληλα, μετατέθηκε κατά ένα έτος, για το 2028, η εφαρμογή του νέου ευρωπαϊκού συστήματος τιμολόγησης άνθρακα στα καύσιμα.
Η φράση του Πολωνού υφυπουργού Κλίματος Krzysztof Bolesta συμπυκνώνει ίσως καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη τη νέα πολιτική πραγματικότητα:
«Δεν θέλουμε να καταστρέψουμε την οικονομία. Δεν θέλουμε να καταστρέψουμε το κλίμα. Θέλουμε να σώσουμε και τα δύο ταυτόχρονα».
Και η Ελλάδα στο μέτωπο της αντίστασης για το κόστος CO₂
Και εδώ το θέμα πράσινη ανάπτυξη, ενέργεια από ΑΠΕ αποκτά ιδιαίτερο ελληνικό ενδιαφέρον.
Τον Μάιο του 2026, Ελλάδα, Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία, Ρουμανία και Βουλγαρία αντιτάχθηκαν σε σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ταχύτερη μείωση των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών CO₂ που λαμβάνει η βιομηχανία.
Οι έξι κυβερνήσεις ζήτησαν ουσιαστικά να παγώσει ο αριθμός των δωρεάν δικαιωμάτων στα επίπεδα του 2025.
Το επιχείρημά τους;
Οι υψηλές τιμές ενέργειας απειλούν την ανταγωνιστικότητα των ενεργοβόρων ευρωπαϊκών βιομηχανιών και μπορεί να οδηγήσουν ακόμη και σε κλείσιμο εργοστασίων ή μεταφορά παραγωγής εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εδώ αποτυπώνεται ίσως καθαρότερα η σύγκρουση που διατρέχει πλέον ολόκληρη την Ευρώπη: όταν η τιμή του άνθρακα αρχίζει να απειλεί την ίδια την ευρωπαϊκή παραγωγική βάση, η πράσινη πολιτική παύει να είναι απλώς περιβαλλοντικό ζήτημα και γίνεται ζήτημα βιομηχανικής επιβίωσης.
Η ίδια η ΕΕ έχει αρχίσει να πατά φρένο
Ίσως όμως το σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι η αναθεώρηση δεν περιορίζεται στις εθνικές κυβερνήσεις.
Έχει φτάσει στις ίδιες τις Βρυξέλλες.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη προτείνει τη χαλάρωση της απαγόρευσης των κινητήρων εσωτερικής καύσης από το 2035, αντικαθιστώντας τον στόχο μηδενικών εκπομπών στα νέα αυτοκίνητα με μείωση κατά 90%.
Το ευρωπαϊκό σχέδιο για το 2040 διατηρεί τον εντυπωσιακό τίτλο της μείωσης των εκπομπών κατά 90%, αλλά το τελικό πολιτικό πακέτο επιτρέπει μέρος αυτής της μείωσης να αγοράζεται μέσω πιστώσεων άνθρακα εκτός Ευρώπης.
Και το ETS βρίσκεται επίσης υπό αναθεώρηση, με την Κομισιόν να προτείνει πιο αργή κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων για τη βιομηχανία, ενώ οι πιέσεις για ακόμη μεγαλύτερη χαλάρωση συνεχίζονται.
Η Ευρώπη, επομένως, δεν ακυρώνει το Green Deal…. Αρχίζει όμως να το ξαναγράφει υπό την πίεση του κόστους.

Από το «Net Zero με κάθε κόστος» στο τρίπτυχο κόστος – ασφάλεια – ανταγωνιστικότητα
Αν δει κανείς όλες αυτές τις κινήσεις μαζί, διαμορφώνεται ένα σαφές μοτίβο.
Η Γαλλία μειώνει τους στόχους αιολικών και φωτοβολταϊκών και ενισχύει τα πυρηνικά.
Η Γερμανία σχεδιάζει νέα εργοστάσια φυσικού αερίου και επανεξετάζει πόσο γρήγορα μπορεί πραγματικά να εγκαταλείψει τον λιγνίτη.
Η Ολλανδία ενθαρρύνει την εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου στη Βόρεια Θάλασσα.
Η Ιταλία αντιστέκεται στην πλήρη κατάργηση των κινητήρων εσωτερικής καύσης.
Η Πολωνία και άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης πιέζουν για χαμηλότερο κόστος άνθρακα και μεγαλύτερη ευελιξία.
Και η ίδια η ΕΕ αρχίζει να μετακινείται από τις απόλυτες απαγορεύσεις σε συμβιβασμούς.
Δεν πρόκειται ακόμη για το τέλος της πράσινης μετάβασης.
Πρόκειται όμως για το τέλος της πρώτης, άκαμπτης εκδοχής της.
Η ενεργειακή πολιτική επιστρέφει σε ένα τρίπτυχο που για χρόνια είχε περάσει σε δεύτερη μοίρα: κόστος – ασφάλεια εφοδιασμού – ανταγωνιστικότητα.
Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό μήνυμα πίσω από τη Βόρεια Θάλασσα, τα νέα εργοστάσια φυσικού αερίου της Γερμανίας, την πυρηνική στροφή της Γαλλίας και τις εξεγέρσεις για το ευρωπαϊκό ETS.
Η Ευρώπη εξακολουθεί να θέλει να γίνει πράσινη.
Απλώς αρχίζει να ανακαλύπτει ότι πρέπει πρώτα να μπορεί να κρατήσει αναμμένα τα φώτα, όρθια τη βιομηχανία και διαχειρίσιμο τον λογαριασμό.
