Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η περισσότερο απ’ όλους άμεσα ενδιαφερόμενη, κοιμάται όχι τον ύπνο του δικαίου, αλλά τον ύπνο του χαμένου!
Γράφει ο Κρεσέντσιο Σαντζίλιο
Όπως ξέρουμε, ο Τραμπ πριν από χρόνια – κιόλας στη πρώτη θητεία του – είχε διαισθανθεί την σημαντικότητα της Γροιλανδίας στην «οικονομία» της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, ως πλατφόρμα μις ανυπολόγιστης εξουσίας και επιρροής για και σε όλη την αρκτική περιοχή.
Στη δεύτερη, σημερινή, θητεία του εκείνη η τότε άκαρπη διαίσθηση έγινε προσδοκία μεγάλου πλούτου και πολιτικής ισχύος, κάτι που εξέφρασε με τις «κορώνες» του, ως συνήθως, με τις γνωστές βάναυσες επικοινωνιακές, χοντροειδείς εκφράσεις του δηλώνοντας συνέχεια πως σκόπευε βασικά να αγοράσει τη Γροιλανδία, «απαιτούσε» να του την πουλήσουν, απειλούσε ενέργειες κατάκτησης και άλλα τοιαύτα που τότε φαίνονταν ευτράπελα και αρρωστημένα καπρίτσια κακομαθημένου πλούσιου παλιόπαιδου.
Βέβαια, τίποτα δεν έγινε απ’ όλα αυτά, αλλά ποιος μας λέει πως δεν έχει αρχίσει κιόλας η αμερικανική κατάκτηση της Γροιλανδίας, και δεν το αντιλαμβανόμαστε;!
Η Γροιλανδία δεν είναι πλέον, όπως ξέρουμε, ένα απομονωμένο νησί, σχεδόν ακατοίκητο και επί του εδάφους του ασφαλώς δεν υπήρξε καμία αμερικανική εισβολή κατοχής με την κλασική έννοια της λέξης. Κανένας στρατός δεν αποβιβάστηκε στο Nuuk, καμία διεθνή σύμβαση δεν άλλαξε την κυριαρχία του νησιού, καμία άλλη ξένη σημαία δεν κυματίζει και τα πάντα είναι όπως ήταν ανέκαθεν ως τώρα.
Ωστόσο, κάτι το εξαιρετικά σημαντικό έχει συμβεί, χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς επίσημες βιντεοσκοπημένες συναντήσεις ανωτάτων αξιωματούχων: πολύ απλά κανείς δεν αντιλήφθηκε ότι ένα αποφασιστικό κομμάτι του μεταλλευτικού μέλλοντος της Γροιλανδίας, και επομένως και της Δανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πέρασε αθόρυβα στη στρατηγική σφαίρα των ΗΠΑ, δηλαδή στα χέρια των Αμερικανών!
Δηλαδή στη πράξη τί έγινε;
Η γροιλανδική κυβέρνηση – δεν ξέρουμε εάν με τη συγκατάθεση ή όχι της Δανίας – ενέκρινε την αύξηση στo 92,5% των κοιτασμάτων του Tunbreez, ένα από τα μεγαλύτερα βαρέων σπανίων γαιών έξω από τον κινέζικο έλεγχο, προς όφελος της αμερικανικής εταιρείας Critical Metals Corp., με χρηματική υποστήριξη της Export–Import Bank, επίσης αμερικανικής, η οποία διέθεσε 120 εκατομ. δολάρια υπέρ του σχεδίου.
Ευνόητο είναι πως όλη αυτή η διαδικασία, που πέρασε απαρατήρητη σχεδόν από τους πάντες (σίγουρα όλοι οι ευρω-κοινοτικοί πολίτες! – πιότερο κι από μια οικονομική ή τεχνική πράξη είναι μια πολιτική ενέργεια αφάνταστης σημασίας για το μέλλον, της Γροιλανδίας αλλά προπαντός των ΗΠΑ, όπως και της ΕΕ.
Όλα αυτά στα πλαίσια μιας σύγχρονης γεωπολιτικής δυναμικής που δεν κατακτά εδάφη με όπλα στρατιωτικά, αλλά με συμβόλαια παροχών, εγκαταστάσεις, τράπεζες, χρήματα, πολλά χρήματα. Το ξέραμε: l’ argent fait la guerre! Βέβαια όλη αυτή η «αμερικανική ιστορία» παρουσιάζεται και ως επίτευγμα προς όφελος και των δυτικοευρωπαίων για «απεξάρτηση» από την κινέζικη κυριαρχία!
Είναι το νέο γεωπολιτικό σύστημα το οποίο δεν βασίζεται πλέον στην εδαφική κατάκτηση μις χώρας, αλλά πολύ πιο πεζά σε μεταλλουργικές κατακτήσεις, δηλαδή δεν κατακτάται πια ένας χώρος γης, αλλά κατακτάται η στρατηγική λειτουργία αυτής της γης, χωρίς την οποία η ίδια είναι ασήμαντη.
Άλλωστε, κάτι τέτοιο δεν έχει ήδη συμβεί και στη Βενεζουέλα; Βέβαια, εκεί αυτό επιτεύχθηκε μαζί με την εξουδετέρωση εκείνων που προσπάθησαν να το εμποδίσουν, κάτι που όμως δεν θα μπορούσε να γίνει και μα την Γροιλανδία όπου θα έπρεπε να γίνει σύγκρουση με την ΕΕ μι και η Δανία είναι μέλος της ΕΕ.
Επίτευγμα λοιπόν του Donald Trump να έχει διαισθανθεί αυτό το καινούριο «σύστημα» κατάληψης, πολύ πιο συμφέρον για τις ανάγκες των ΗΠΑ.
Έτσι η Γροιλανδία ναι μεν παραμένει καθόλα δανέζικη και κοινοτική, αλλά μέσω των ορυκτών πόρων, στα χέρια των Αμερικανών, και με τους ξεμωραμένους και αδαείς ευρωπαίους να μην έχουν καταλάβει τίποτα(!), έγινε εργαλείο ξένου ελέγχου όλου του βόρειου Ατλαντικού, μιας μεγάλης μερίδας του Αρκτικού χώρου και των βορείων διαδρομών.
Δεν χρειάζεται λοιπόν να αγοράσουν οι Αμερικανοί τη Γροιλανδία, έτσι όπως στο μακρινό παρελθόν έκαναν με την Αλάσκα και τη Καλιφόρνια κι άλλες περιοχές: πολύ απλά, πάλι βέβαια με τα χρήματα, προσδένει έναν στρατηγικό πόρο στο δικό της βιομηχανικό, δημοσιονομικό αλλά και πολιτικό οικοδόμημα.
Είναι ακριβώς αυτό που ονομάστηκε νέο-ιμπεριαλισμός, Μια ονομασία χωρίς στρατιωτικές στολές, ούτε επιδείξεις ισχύος, ούτε δηλώσεις, προκηρύξεις και διπλωματίες.
Θα έλεγε κανείς: μα αυτό είναι λαπαλισσιανό! Και όντως είναι: απλά και ειδικά αθόρυβα έγινε μια τεράστια επένδυση τρισεκατομμυρίων δολαρίων αξίας, με «όρους ανάπτυξης», «σύμπραξης», «ασφάλειας» στις προμήθειες, η πολιτική έννοια των οποίων κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει και παραγνωρίσει, μολονότι δεν δημοσιοποιήθηκε από καμία πολιτική πράξη η επιβολή.
Τυπικά η Γροιλανδία έμεινε αυτόνομη. Ο πιο σημαντικός της όμως πλούτος, οι σπάνιες γαίες της στο μεγαλύτερο ποσοστό τους βρίσκονται προσανατολισμένες προς τις ΗΠΑ!
Ο Τραμπ έπαψε να βομβαρδίζει με απειλές αρπαγής ή αγοράς της Γροιλανδίας. Τώρα κανείς δεν γελάει επ’ αυτού. Μάλλον οι ευρωκοινοτικοί θα πρέπει να κλαίνε γιατί, μέσω της άπραγης Δανίας, αυτοί έχασαν κάτι το πολυτιμότατο, ενώ οι Αμερικανοί έχουν ουσιαστικά «προσαρτήσει» στην οικονομία τους μια τεράστια πηγή πλούτου και τεχνολογικής δύναμης, αλλά και παγκόσμιας δημοσιονομικής εξουσίας εις βάρος των ανόητων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και να μη σκεφτεί κανείς ότι αυτές οι σπάνιες γαίες είναι απλά ορυκτά όπως όλα τα άλλα. Η έννοια της σύγχρονης πολιτικο-στρατηγικής ισχύος βρίσκεται ολόκληρη μέσα στη κατοχή αυτών των γαιών. Και πού δεν τις βρίσκουμε! τα ηλεκτρικά μοτέρ, στους δορυφόρους, στα ραντάρ, στα σονάρ, στους μόνιμους μαγνήτες, στα drones. στα ηλεκτρονικά πολεμικά συστήματα, στις αιολικές τουρμπίνες, στους πυραύλους, στ συστήματα οδήγησης, κλπ.
Και βεβαίως όποιος τι κατέχει ή τις ελέγχει, δεν είναι μόνο έναν βιομηχανικό τομέα που ελέγχει, αλλά μια ολόκληρη διαδικασία ενεργειακής μετάβασης, την δυνατότητα παραγωγής προηγμένης τεχνολογίας οπλικών συστημάτων, μια μοναδική τεχνολογική αυτονομία και την οικονομική αντοχή σε καιρό κρίσης.
Υπ’ αυτούς τους όρους το κοίτασμα Tunbreez αποτελεί ένας κομβικός τόπος στον παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο που διεξάγεται χρόνια τώρα.
Με το 92,5% του Tunbreez στα χέρια τους οι Αμερικανοί ευελπιστούν να μειώσουν επιτέλους την μεγάλη υπαγωγή τους στη Κίνα.
Τώρα, το να διαθέτεις όμως απλά σπάνιες γαίες δεν αρκεί. Πρέπει προπαντός να μπορείς να διαχωρίζεις το ορυκτό, να το ραφινάρεις, να το «δουλεύεις» στα μέτρα σου, να το μετατρέπεις σε βιομηχανικά συστατικά.
Γι’ αυτό και η Κίνα δεν κυριαρχεί στον κόσμο απλά και μόνο γιατί έχει μεγάλα κοιτάσματα σπάνιων γαιών, αλλά γιατί επιπλέον κατόρθωσε το δυσκολότερο: τον διαχωρισμό, το ραφινάρισμα, τη χημική επεξεργασία, την παραγωγή μαγνητών: ουσιαστικά την μετατροπή της ύλης σε δύναμη και εξουσία!
Αυτό σημαίνει πως η «κατάληψη» του Tunbreez είναι μόνο η πρώτη φάση, όχι όμως ακόμη αποφασιστική. Για τις ΗΠΑ χρειάζεται ακόμη μια δεύτερη φάση που περιλαμβάνει την δυνατότητα επαρκούς ραφιναρίσματος, τη κατασκευή και των εγκαταστάσεων, την ικανότητα βιομηχανικών αλυσίδων.
Και εδώ υπεισέρχεται η ανάγκη σύνδεσης του Tunbreez με μια αμιγώς αμερικανική φιλιέρα (αλυσίδα) μεγάλων εγκαταστάσεων στις ΗΠΑ.
Επομένως για τους Αμερικανούς το Tunbreez δεν είναι μόνο ένα μεταλλευτικό/εξωρυκτικό σχέδιο: είναι προπαντός ένα στρατηγικό ασφαλιστήριο υπέρ του αμερικανικού βιομηχανο-στρατιωτικού συγκροτήματος.
Ο έλεγχος λοιπόν της κεντρικότητας των σπάνιων γαιών στη Γροιλανδία βοηθά τα μέγιστα τον παράλληλο έλεγχο, μέσω Γροιλανδίας και χωρίς καμία στρατιωτική κατοχή της, όλου του τεταρτημορίου της Βόρειας Αμερικής, του Βόρειου Ατλαντικού και του Αρκτικού ωκεανού, δηλαδή τον έλεγχο των διαδρομών των υποβρυχίων, των αεροπορικών διαδρομών, των γραμμών επικοινωνίας ΗΠΑ-Ευρώπη, των συστημάτων συναγερμού.
Εμφανές είναι για τις ΗΠΑ το πλεονέκτημα, εφόσον ελέγχουν το κεφάλαιο, την τεχνολογία, τη μεταφορά, το ραφινάρισμα και την αγορά μέσα στο γροιλανδικό έδαφος και υπέδαφος, έστω κι αν αυτό σημαίνει επίσης για την Γροιλανδία επενδύσεις, θέσεις εργασίας, νέες υποδομές και εισοδήματα.
Όλα ετούτα είναι ο βασικός «δούρειος ίππος» για τον αμερικανικό έλεγχο στις σπάνιες γαίες του απέραντου νησιού, το οποίο βέβαια θα συνεχίσει μεν να ανήκει στη Δανία και μέσα σε μια ιστορική ευρωπαϊκή περίμετρο, στο οποίο όμως δεν θα είναι η Ευρώπη, η ΕΕ που θα ενεργεί, αλλά οι ΗΠΑ που κρατούν τα ηνία του χρήματος και των συμβολαίων!
Η περίπτωση Tunbreez είναι το φαεινότερο παράδειγμα της βαθύτατης αλλαγής όψεως της εξουσίας, όπου η κυριαρχία δεν συμπίπτει πλέον με τον εδαφικό έλεγχο, αλλά συνίσταται στον έλεγχο των εξαρτήσεων ήτοι εκείνος που ελέγχει την φιλιέρα, την αλυσίδα των μεγάλων γεωστρατηγικών εγκαταστάσεων ελέγχει και τις επιλογές όλων των άλλων, εκείνος που χρηματοδοτεί τις υποδομές ορίζει και τις όποιες αποφάσεις τρίτων και τελικά τη πραγματική αξία της πρώτης ύλης.
Η «επέκταση» των ΗΠΑ στη Γροιλανδία μέσω των σπάνιων γαιών σκοπεύει, όπως ξέρουμε, προπαντός στην αποδέσμευσή τους από το κινέζικο μονοπώλιο. Απ’ την άλλη μη ξεχνάμε κι την παρουσία την Αρκτική και της Ρωσίας για την οποία η περιοχή (εξάλλου με το 53% η κατά πολύ εκτενέστερη) συνιστά βασικό στρατιωτικό βάθος είτε για τις γραμμές ναυσιπλοῒας, τις υποβρυχιακές κινήσεις και τα παγοθραυστικά, είτε ως στρατιωτικές βάσεις, ενεργειακό πλούτο και βιομηχανικές παραγωγές.
Ως τώρα η αμερικανική διείσδυση στον Αρκτικό με βάση τη Γροιλανδία δεν φαίνεται να εξελίσσεται σε συγκρουσιακό καθεστώς με τη ρωσική παρουσία. Η συνέχεια μας είναι άγνωστη: και εξαρτάται κατά πόσο η Ρωσία θα εκλάβει την αμερικανική πίεση ως ρεαλιστική, υπαρξιακή απειλή και όχι ως ανταγωνισμό, θεμιτό ή αθέμιτο, αλλά επίσης και από το πόσο επιθετική θα είναι η αμερικανική έλευση.
Όπως για τη Ρωσία η Αρκτική είναι ζωτικός χώρος, έτσι και οι ΗΠΑ επιθυμούν να μεταγφέρουν και ευρύτερα τη δική τους παρουσία μη αρκούμενες στα περιορισμένα κι κάπως απομακρυσμένα πλαίσια της Αλάσκας.
Έτσι συμβαίνει το παράδοξο: η ευρωπαϊκή Γροιλανδία να γίνεται τα κέντρο μιας αρχόμενης στρατηγικο-οικονομικής διαμάχης (την ένταση της εξέλιξής της ακόμη αγνοούμε) μεταξύ Ρωσίας, ΗΠΑ και Κίνας με τρανταχτή απούσα η ΕΕ!
Και βέβαια επειδή σήμερα ο πόλεμος δεν αρχίζει όταν εξαπολύονται οι πύραυλοι, αλλά πολύ πριν, με αποφάσεις ελέγχου οικονομικών αγαθών, εγκαταστάσεων, λιμανιών, ορυκτών, μεταφορών, μένει να δούμε πού θα μας οδηγήσει αυτή η σιωπηλή αμερικανική «απόβαση» χωρίς στρατιώτες σε μια χώρα-δέλεαρ και οπωσδήποτε casus belli, τουλάχιστον οικονομικό.
Εντωμεταξύ όμως η Ευρωπαϊκή Ένωση, η περισσότερο απ’ όλους άμεσα ενδιαφερόμενη, κοιμάται όχι τον ύπνο του δικαίου, αλλά τον ύπνο του χαμένου!
