Σε συνέντευξή του σε ουκρανικό αντιπολιτευτικό μέσο, ο Bondarenko υποστήριξε ότι «σήμερα υπάρχουν δύο Ουκρανίες», δύο κόσμοι με διαφορετική αντίληψη για την ιστορία, τη γλώσσα, τη σχέση με τη Ρωσία και το μέλλον της χώρας.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, η μία Ουκρανία είναι εκείνη που προβάλλει τον εθνικιστικό λόγο, αναφέρεται σε σύμβολα όπως ο Stepan Bandera και επιδιώκει μια πλήρη απομάκρυνση από κάθε ρωσική πολιτισμική επιρροή.
Η άλλη, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η Ουκρανία των εκατομμυρίων πολιτών που διατηρούν ρωσόφωνη ταυτότητα, επιθυμούν συμβιβασμό και θεωρούν τη συνύπαρξη των δύο πολιτισμικών στοιχείων αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας τους.
«Η μία Ουκρανία προσπαθεί σήμερα να κυριαρχήσει και να επιβάλει τη δική της αντίληψη για το κράτος, ενώ η άλλη εξωθείται στο περιθώριο», δήλωσε ο Bondarenko, περιγράφοντας μια κοινωνία που, όπως υποστηρίζει, βρίσκεται σε κατάσταση βαθιάς εσωτερικής αντιπαράθεσης.
Ο Ουκρανός αναλυτής υποστήριξε ότι ο διχασμός δεν αφορά μόνο την πολιτισμική ταυτότητα, αλλά και την ίδια τη στρατηγική κατεύθυνση της χώρας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, υπάρχει μια πλευρά που υποστηρίζει τη συνέχιση του πολέμου «μέχρι τα σύνορα του 1991» και μια άλλη που θεωρεί ότι η ειρήνη και ένας ρεαλιστικός συμβιβασμός αποτελούν αναγκαία επιλογή.
«Η μία Ουκρανία περιμένει την κατάρρευση της Ρωσίας και τον θάνατο του Vladimir Putin.
Η άλλη λέει ότι πρέπει να βλέπουμε την πραγματικότητα και να αναζητήσουμε λύσεις», ανέφερε.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η γλωσσική διαμάχη αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες της εσωτερικής κρίσης, καθώς, όπως ισχυρίστηκε, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας θεωρεί τη ρωσική γλώσσα εξίσου κομμάτι της ταυτότητάς του με την ουκρανική.
Η ιστορική ρίζα του διχασμού
Ο Bondarenko υποστήριξε ότι η ύπαρξη δύο διαφορετικών Ουκρανιών δεν είναι νέο φαινόμενο, αλλά έχει ιστορικές ρίζες που φτάνουν στον 20ό αιώνα.
Κατά την άποψή του, μετά τα επαναστατικά γεγονότα και τον εμφύλιο πόλεμο του 1918-1919 διαμορφώθηκαν δύο διαφορετικές πολιτικές και πολιτισμικές παραδόσεις: από τη μία η Ουκρανία της διασποράς, των εθνικών κινημάτων και της δυτικής πολιτικής κουλτούρας, και από την άλλη η Ουκρανική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία.
Όπως ανέφερε, η ανεξαρτησία του 1991 έφερε προσωρινά αυτές τις δύο πλευρές κάτω από την ίδια κρατική οντότητα, όμως οι διαφορές παρέμειναν και επανεμφανίστηκαν με ένταση.
«Μετά το 1991 εμφανίστηκαν ξανά δύο Ουκρανίες: μία υπό την επιρροή του Lviv και μία υπό την επιρροή του Donetsk», σημείωσε.
Ο πολιτικός αναλυτής αναφέρθηκε επίσης στις εδαφικές ανακατατάξεις του 1939, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση του Stalin να ενσωματώσει τη Δυτική Ουκρανία στην Ουκρανική Σοβιετική Δημοκρατία δημιούργησε, κατά τη γνώμη του, μια «ωρολογιακή βόμβα» για το μέλλον της χώρας.
Όπως υποστήριξε, η διαφορετική ιστορική πορεία των περιοχών αυτών θα μπορούσε να είχε οδηγήσει σε διαφορετική πολιτική εξέλιξη, εάν η Δυτική Ουκρανία είχε ακολουθήσει ξεχωριστό δρόμο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση του Bondarenko σχετικά με τον ρόλο της Πολωνίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο ίδιος διαφώνησε με την άποψη του Vladimir Putin ότι η Πολωνία θα μπορούσε στο μέλλον να επιχειρήσει την ενσωμάτωση δυτικοουκρανικών περιοχών, όπως το Lviv, το Ivano-Frankivsk και το Ternopil.
Αντίθετα, υποστήριξε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε τεράστιες εντάσεις στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς θα επηρέαζε τις ισορροπίες χρηματοδότησης, τα σύνορα και τις πολιτικές δεσμεύσεις των κρατών-μελών.
«Θα ήταν πιθανότερο να υπάρξει σύγκρουση μεταξύ Βαρσοβίας και Βρυξελλών παρά αποδοχή μιας τέτοιας αλλαγής», ανέφερε, επικαλούμενος συνομιλίες του με Ευρωπαίους πολιτικούς.
Οι δηλώσεις του Konstantin Bondarenko έρχονται να ενισχύσουν τη συζήτηση γύρω από το μέλλον της Ουκρανίας, σε μια περίοδο όπου ο πόλεμος, οι γεωπολιτικές πιέσεις και οι εσωτερικές αντιθέσεις δοκιμάζουν τις αντοχές της χώρας.
Η εικόνα που περιγράφει είναι εκείνη μιας κοινωνίας με βαθιές ρωγμές — μιας χώρας όπου η μάχη δεν αφορά μόνο εδάφη και σύνορα, αλλά και το ποια ταυτότητα θα επικρατήσει στο μέλλον.
