Όταν η στρατηγική αντικαθίσταται από τη διαχείριση! Από την Αρμενική στην Eλληνική πραγματικότητα
Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει να γίνει Αρμενία γεωγραφικά ή στρατιωτικά, αλλά θα μπορούσε να κινδυνεύσει αν υιοθετήσει την ίδια νοοτροπία ήττας χωρίς πόλεμο, αν θεωρήσει την οικονομική εξάρτηση φυσιολογική, τις πιέσεις διαχειρίσιμες και την απουσία στρατηγικής κάτι που μπορεί να καλυφθεί με ρητορική.
Το αρμενικό παράδειγμα δεν είναι κάτι αφηρημένο, αλλά μια συγκεκριμένη ακολουθία λαθών που οδήγησε όχι απλώς σε στρατιωτική ήττα, αλλά σε στρατηγική κατάρρευση πριν και μετά τον πόλεμο. Η Αρμενία δεν έχασε μόνο στο πεδίο, έχασε πρώτα στο επίπεδο του κράτους, της στρατηγικής σκέψης και της πολιτικής βούλησης. Ιδίως μετά το 2018, η αρμενική ηγεσία άρχισε να λειτουργεί με μια σειρά παραδοχών που αποδείχθηκαν μοιραίες όπως για παράδειγμα ότι το διεθνές σύστημα θα «φρενάρει» το Αζερμπαϊτζάν, ότι η Τουρκία δεν θα εμπλακεί σοβαρά, ότι η Ρωσία θα εγγυηθεί τελικά την ασφάλεια και ότι οι παραχωρήσεις θα μπορούσαν να αγοράσουν χρόνο και σταθερότητα. Όλες αυτές οι υποθέσεις κατέρρευσαν στην πράξη.
Σταδιακά, το κράτος έπαψε να σκέφτεται στρατηγικά και άρχισε να σκέφτεται διαχειριστικά. Η αποτροπή αντικαταστάθηκε από ρητορική περί «ειρήνης», η ισχύς από την «εμπιστοσύνη» και οι κόκκινες γραμμές από διαδικασίες. Όταν ήρθε η σύγκρουση, η ήττα δεν ήταν μόνο στρατιωτική αλλά ήταν και ψυχολογική και πολιτική. Ακόμη πιο κρίσιμο ήταν ό,τι ακολούθησε τον πόλεμο του 2020. Η Αρμενία δεν ανασυγκροτήθηκε όπως κάνουν τα σοβαρά κράτη μετά από μια ήττα, δεν επανεξοπλίστηκε ουσιαστικά, δεν αναθεώρησε το στρατηγικό της δόγμα και δεν ανασύνταξε την κοινωνία γύρω από έναν σαφή στόχο επιβίωσης. Αντίθετα, αποδέχθηκε τη λογική ότι «δεν μπορούσαμε αλλιώς» και άρχισε να εσωτερικεύει την ήττα ως κανονικότητα. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το σημείο καμπής.
Έτσι φτάσαμε στο Αρτσάχ(Ναγκόρνο-Καραμπάχ). Δεν χάθηκε επειδή δεν υπήρχαν Αρμένιοι ή στρατιώτες, αλλά επειδή το ίδιο το κράτος της Αρμενίας έπαψε να το αντιμετωπίζει ως στρατηγικό πυλώνα, μετέφερε το ζήτημα από το πεδίο της ισχύος στο πεδίο της «διαχείρισης» και τελικά αποδέχθηκε τον εκβιασμό ως νέο status quo. Αυτό είναι και το πραγματικό μάθημα για την Ελλάδα. Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει να γίνει Αρμενία γεωγραφικά ή στρατιωτικά, αλλά θα μπορούσε να κινδυνεύσει αν υιοθετήσει την ίδια νοοτροπία ήττας χωρίς πόλεμο, αν θεωρήσει την οικονομική εξάρτηση φυσιολογική, τις πιέσεις διαχειρίσιμες και την απουσία στρατηγικής κάτι που μπορεί να καλυφθεί με ρητορική. Το αρμενικό παράδειγμα δείχνει καθαρά ότι η ήττα δεν έρχεται όταν πέφτει η πρώτη σφαίρα, αλλά όταν ένα κράτος πείθεται ότι δεν έχει επιλογές. Η Αρμενία δεν ηττήθηκε όταν επιτέθηκε το Αζερμπαϊτζάν αλλά ηττήθηκε όταν αποφάσισε ότι η στρατηγική είναι περιττή.
Αν βάλουμε δίπλα–δίπλα όσα περιγράφηκαν στο αρμενικό παράδειγμα με τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα, η ομοιότητα δεν βρίσκεται στα μεγέθη ή στη μορφή της απειλής, αλλά στη λογική με την οποία αντιμετωπίζονται οι εξελίξεις. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει στρατιωτική ήττα, ούτε άμεσος κίνδυνος απώλειας εδάφους. Υπάρχει όμως μια διάχυτη τάση να αντιμετωπίζονται φαινόμενα ισχύος ως απλές αγοραίες ή τουριστικές διαδικασίες, χωρίς στρατηγικό φίλτρο, κάτι που θυμίζει έντονα το αρμενικό πέρασμα από τη στρατηγική στη «διαχείριση».
Στην περίπτωση των αγορών ακινήτων από Τούρκους, το φαινόμενο παρουσιάζεται σχεδόν αποκλειστικά ως ζήτημα επενδύσεων και τόνωσης της αγοράς. Δεν εξετάζεται σοβαρά η χωρική συγκέντρωση, η εγγύτητα με ευαίσθητες περιοχές, ούτε οι κοινωνικές συνέπειες σε μικρά νησιά και παραμεθόριες ζώνες. Όπως και στην Αρμενία πριν το 2020, υπάρχει η σιωπηρή παραδοχή ότι «η αγορά αυτορυθμίζεται» και ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση δεν παράγει πολιτικά αποτελέσματα. Αυτό ακριβώς ήταν ένα από τα μοιραία λάθη του Γερεβάν. Η πεποίθηση δηλαδή ότι η ισχύς μπορεί να αποσυνδεθεί από την οικονομία και τον χώρο.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει με την πλημμυρίδα τουρκικών προϊόντων στα χαμηλά και μεσαία ράφια. Το πρόβλημα δεν είναι ότι πωλούνται τουρκικά παπούτσια ή ρούχα, αλλά ότι η Ελλάδα έχει αποδεχθεί αδιαμαρτύρητα τον ρόλο της καθαρής αγοράς, χωρίς παραγωγική άμυνα και χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό. Στην Αρμενία, η αποδόμηση της κρατικής ισχύος προηγήθηκε της στρατιωτικής σύγκρουσης μέσω της αποδοχής της εξάρτησης ως «αναπόφευκτης». Στην Ελλάδα, η εξάρτηση παρουσιάζεται ως φυσιολογική συνέπεια της παγκοσμιοποίησης -η οποία βλέπουμε να καταρρέει σήμερα- άρα ως κάτι που δεν χρειάζεται πολιτική απάντηση.
Ο τουρισμός στα ελληνικά νησιά είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο κατακλυσμός Τούρκων επισκεπτών, ιδίως σε νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και την Αλεξανδρούπολη αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με οικονομικούς όρους, πληρότητα, έσοδα, κατανάλωση. Δεν εντάσσεται σε μια συνολική ανάγνωση ισχύος, παρουσίας και συμβολισμών. Όπως στην Αρμενία υπήρξε η ψευδαίσθηση ότι η «κανονικότητα» θα συγκρατήσει την επιθετικότητα του αντιπάλου, έτσι και εδώ κυριαρχεί η αντίληψη ότι ο τουρίστας ή ο αγοραστής για την περίπτωση αγοράς κατοικιών. καταστημάτων, ξενοδοχείων, είναι πολιτικά ουδέτερος. Στην πραγματικότητα, η συνεχής, μαζική και μονομερής ροή δημιουργεί συνθήκες ψυχολογικής εξοικείωσης και ανισορροπίας, ιδίως όταν δεν συνοδεύεται από ισχυρή ελληνική παρουσία και αντίδραση.
Η κρίσιμη διαφορά Ελλάδας–Αρμενίας είναι ότι η Ελλάδα έχει ακόμη χρόνο, βάθος και επιλογές. Δεν βρίσκεται σε κατάσταση στρατηγικής ασφυξίας. Όμως η ομοιότητα βρίσκεται στον τρόπο σκέψης, στη μετατροπή ζητημάτων ισχύος σε τεχνικά ή οικονομικά θέματα, στη διαρκή αναβολή δύσκολων αποφάσεων και στην πεποίθηση ότι «τίποτα σοβαρό δεν συμβαίνει». Σαν παράδειγμα μπορώ να αναφέρω όχι απλώς την αποτυχία μέτρου, αλλά σύμπτωμα στρατηγικής αδυναμίας την προσπάθεια της Ελληνικής κυβέρνησης με το βοήθημα των 10000 Ευρώ για την μετεγκατάσταση Ελλήνων πολιτών στον Έβρο ως βοήθεια για το δημογραφικό και το οποίο είχε χαμηλή ελληνική ανταπόκριση από ‘Ελληνες πολίτες ενώ αντίθετα σήκωσε μεγάλες διαμαρτυρίες και υψηλή αντίδραση από την Τουρκική κυβέρνηση. Το αρμενικό μάθημα δεν λέει ότι αυτά τα φαινόμενα οδηγούν αυτόματα σε εθνική καταστροφή. Λέει ότι όταν ένα κράτος συνηθίζει να απορροφά πιέσεις χωρίς να τις μεταφράζει σε στρατηγική, κάποια στιγμή χάνει την ικανότητα να αντιδράσει.
Η σημασία του TRIPP σαν πρωτοβουλία του Τράμπ (Trump Route for International Peace and Prosperity )δεν εξαντλείται στον Νότιο Καύκασο. Λειτουργεί ως πρότυπο διεθνούς διαχείρισης χώρου εις βάρος της κυριαρχίας ενός ασθενέστερου κράτους, στο όνομα της σταθερότητας και της λειτουργικότητας. Το ίδιο σχήμα σκέψης εμφανίζεται, σε διαφορετική μορφή, και στο Αιγαίο. Εκεί όπου κυριαρχικά δικαιώματα μεταφράζονται σταδιακά σε «τεχνικά ζητήματα αποκλιμάκωσης», «μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης» ή προτάσεις συνεκμετάλλευσης. Όπως στην περίπτωση της Αρμενίας, έτσι και στο Αιγαίο, η πίεση δεν εκδηλώνεται ως άμεση επιβολή, αλλά ως παρότρυνση προσαρμογής σε μια νέα κανονικότητα περιορισμένης άσκησης δικαιωμάτων. Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η άμεση απώλεια εδάφους, αλλά η σταδιακή αποδοχή ότι η κυριαρχία μπορεί να τεθεί υπό διαπραγμάτευση.
Στην Ελλάδα σήμερα δεν βλέπουμε ήττα, αλλά βλέπουμε στοιχεία προσαρμογής. Και αυτό είναι το επικίνδυνο σημείο. Όχι επειδή η Τουρκία «κατακτά» την Ελλάδα, αλλά επειδή η Ελλάδα κινδυνεύει να συνηθίσει σε μια πραγματικότητα όπου άλλοι παράγουν, άλλοι αγοράζουν, άλλοι επισκέπτονται μαζικά και εκείνη απλώς διαχειρίζεται. Το αρμενικό παράδειγμα δείχνει πού οδηγεί αυτή η νοοτροπία αν παγιωθεί. Όχι σε άμεση σύγκρουση, αλλά σε σταδιακή απώλεια πρωτοβουλίας, και τελικά επιλογών. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο αξίζει να χτυπήσει συναγερμός, όχι με φόβο, αλλά με στρατηγική σκέψη.
