Η βαριά βιομηχανία παραμένει βαθιά εξαρτημένη από τα ορυκτά καύσιμα, συχνά για λόγους που ξεπερνούν την απλή ενεργειακή υποκατάσταση.
Για μια ολόκληρη γενιά, η Ευρώπη έλεγε στον εαυτό της μια καθησυχαστική ιστορία: ότι οι ανεμογεννήτριες και τα ηλιακά πάνελ θα κατάφερναν αυτό που η γεωλογία ποτέ δεν μπόρεσε – να απελευθερώσουν την ήπειρο από την εξάρτησή της από την εισαγόμενη ενέργεια.
Τώρα, σημειώνει η Euractiv, καθώς ένα νέο σοκ από τον πόλεμο με το Ιράν εκτοξεύει τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου και αποκαλύπτει τα παγκόσμια σημεία συμφόρησης στην προσφορά, αυτή η υπόθεση δοκιμάζεται ξανά.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εισέρχεται στη νέα ενεργειακή κρίση με σχεδόν το ίδιο επίπεδο εξάρτησης από εισαγωγές όπως στις αρχές του αιώνα.
Παρά δύο δεκαετίες έντονων δαπανών και πολιτικής προσοχής, τα νούμερα έχουν ελάχιστα αλλάξει.
Το 2004, η Ένωση εισήγαγε περίπου το 60% της ενέργειάς της. Σήμερα – μετά από επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων, αν όχι €1 τρισ. σε ανανεώσιμες πηγές – το ποσοστό παραμένει περίπου στο 60%.
Το πρόβλημα δεν είναι η τεχνολογία
Η αποτυχία δεν είναι τεχνολογική.
Η Ευρώπη έχει δημιουργήσει μια εντυπωσιακή βάση ανανεώσιμων πηγών: περίπου το μισό της ηλεκτρικής της ενέργειας παράγεται πλέον από «πράσινες» πηγές και ο άνθρακας έχει σε μεγάλο βαθμό παραγκωνιστεί.
Το πρόβλημα είναι δομικό. Η Ευρώπη μετασχημάτισε την ηλεκτροπαραγωγή της ταχύτερα απ’ ό,τι εξηλεκτρίζει την οικονομία της.
Αυτή η αναντιστοιχία βρίσκεται στον πυρήνα της ενεργειακής ευαλωτότητας της ηπείρου.
Ο χαμένος κρίκος: η ζήτηση
Για χρόνια, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αντιμετώπιζαν την παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές ως συνώνυμο της ενεργειακής ανεξαρτησίας. Δεν είναι.
Τα ηλιακά πάνελ και τα αιολικά πάρκα παράγουν ηλεκτρική ενέργεια, αλλά μεγάλο μέρος της κατανάλωσης στην Ευρώπη εξακολουθεί να συμβαίνει εκτός ηλεκτρικού δικτύου.
Το πετρέλαιο κινεί τα αυτοκίνητα.
Το φυσικό αέριο θερμαίνει τα σπίτια.
Η βιομηχανία βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα όχι μόνο για ενέργεια, αλλά και ως πρώτη ύλη.
Όπως επισημαίνει ο Ben McWilliams από το Bruegel, «η κύρια προτεραιότητα των κυβερνήσεων θα πρέπει να είναι η ενίσχυση του εξηλεκτρισμού της ευρωπαϊκής οικονομίας».
Διαφορετικά, οι ανανεώσιμες πηγές παράγουν ηλεκτρισμό για ένα σύστημα που δεν είναι ακόμη έτοιμο να τον αξιοποιήσει.
Οι σκληροί αριθμοί
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά.
Μόνο περίπου ένα στα 30 αυτοκίνητα στους ευρωπαϊκούς δρόμους είναι ηλεκτρικό.
Οι αντλίες θερμότητας, αν και κερδίζουν έδαφος, παραμένουν μειοψηφία στα συστήματα θέρμανσης.
Η βαριά βιομηχανία παραμένει βαθιά εξαρτημένη από τα ορυκτά καύσιμα, συχνά για λόγους που ξεπερνούν την απλή ενεργειακή υποκατάσταση.
Το αποτέλεσμα είναι ότι, ακόμη κι όταν η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές αυξήθηκε και η συνολική κατανάλωση ενέργειας μειώθηκε περίπου κατά ένα δέκατο, οι εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου σχεδόν δεν μεταβλήθηκαν.
Ένα αυτοπροκαλούμενο σοκ προσφοράς
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη αποσυναρμολογεί σιωπηλά μεγάλο μέρος της εγχώριας παραγωγής ορυκτών καυσίμων.
Η παραγωγή φυσικού αερίου έχει καταρρεύσει στο ένα τέταρτο της κορύφωσής της το 1996.
Η παραγωγή πετρελαίου έχει πέσει περίπου στο ένα τρίτο των επιπέδων του 2004. Αυτή η πτώση αντικατοπτρίζει τόσο γεωλογικές πραγματικότητες – τα κοιτάσματα ωριμάζουν – όσο και πολιτικές επιλογές, όπως η αντίθεση σε νέες γεωτρήσεις και τεχνολογίες όπως το fracking.
Το κλείσιμο του κοιτάσματος φυσικού αερίου Groningen στην Ολλανδία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η παραγωγή εκεί μειώθηκε από σχεδόν 80 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα σε μονοψήφια επίπεδα, λόγω ανησυχιών για σεισμούς που προκλήθηκαν από την εξόρυξη. Παρόμοια εικόνα παρουσιάζει και η Ιταλία, όπου η εγχώρια παραγωγή μειώθηκε απότομα παρά τη συνεχιζόμενη εξάρτηση από το φυσικό αέριο.
Στην ουσία, η Ευρώπη μείωσε την προσφορά της ταχύτερα απ’ ό,τι τη ζήτησή της.
Το κενό καλύφθηκε από εισαγωγές.
Κρίση, επανάληψη, και ξανά από την αρχή
Το πιο πρόσφατο ενεργειακό σοκ – που συνδέεται με την αστάθεια λόγω του πολέμου με το Ιράν – ανέδειξε τις συνέπειες.
Οι τιμές των καυσίμων εκτινάσσονται ξανά, πλήττοντας περισσότερο τα νοικοκυριά της υπαίθρου.
Σε χώρες όπως η Γαλλία, όπου μεγάλα τμήματα του πληθυσμού εξαρτώνται από αυτοκίνητα και θέρμανση με πετρέλαιο, το πλήγμα είναι ιδιαίτερα έντονο.
Ωστόσο, η πολιτική αντίδραση μοιάζει γνώριμη.
Οι κυβερνήσεις εντείνουν τους στόχους για ανανεώσιμες πηγές – περισσότερα αιολικά και φωτοβολταϊκά – ενώ επαναφέρουν βραχυπρόθεσμα μέτρα ανακούφισης, όπως μειώσεις φόρων στα καύσιμα και πλαφόν τιμών. Ορισμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις της περιόδου κρίσης έχουν ήδη ανατραπεί.
Το κενό του εξηλεκτρισμού
Αυτό στο οποίο η Ευρώπη έχει επενδύσει λιγότερο είναι η πιο δύσκολη και λιγότερο ορατή πλευρά της μετάβασης: ο εξηλεκτρισμός.
Η αντικατάσταση ενός αυτοκινήτου με κινητήρα εσωτερικής καύσης από ένα ηλεκτρικό είναι θεωρητικά απλή, αλλά πρακτικά αργή, καθώς απαιτεί υποδομές φόρτισης, κίνητρα για τους καταναλωτές και αλλαγή συμπεριφοράς.
Η αναβάθμιση κατοικιών με αντλίες θερμότητας είναι δαπανηρή και συχνά πολιτικά αμφιλεγόμενη. Ο μετασχηματισμός της βιομηχανίας είναι ακόμη δυσκολότερος.
Αυτά δεν είναι έργα που τραβούν τα φώτα της δημοσιότητας.
Δεν συνοδεύονται από κορδέλες εγκαινίων όπως ένα νέο αιολικό πάρκο. Όμως καθορίζουν αν η πράσινη ηλεκτρική ενέργεια θα αντικαταστήσει πραγματικά τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.
Χωρίς αυτά, η Ευρώπη κινδυνεύει να παράγει περισσότερη καθαρή ενέργεια ενώ συνεχίζει να καίει εισαγόμενο πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Μακροχρόνια έκθεση στον κίνδυνο
Ακόμη και σε αισιόδοξα σενάρια, ο εξηλεκτρισμός της ευρωπαϊκής οικονομίας αναμένεται να φτάσει μόλις περίπου το 50% μέχρι τη δεκαετία του 2040.
Αυτό σημαίνει δεκαετίες έκθεσης στις παγκόσμιες αγορές ορυκτών καυσίμων – και στα γεωπολιτικά σοκ που τις συνοδεύουν.
Το δυσάρεστο συμπέρασμα είναι ότι η ενεργειακή μετάβαση της Ευρώπης δεν απέτυχε πλήρως – πέτυχε να «πρασινίσει» την ηλεκτροπαραγωγή – αλλά απέτυχε να προσφέρει αυτό που πολλοί πολιτικοί υποσχέθηκαν σιωπηρά: ενεργειακή ανεξαρτησία.
Ένα αδιέξοδο χωρίς εύκολες λύσεις
Η κάλυψη αυτού του κενού θα απαιτούσε αλλαγή προτεραιοτήτων: από την αύξηση της προσφοράς στον μετασχηματισμό της ζήτησης. Θα απαιτούσε επίσης μια πιο δύσκολη συζήτηση για την εγχώρια παραγωγή ορυκτών καυσίμων, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα.
Χωρίς αυτή τη στροφή, η ενεργειακή ιστορία της Ευρώπης είναι πιθανό να παραμείνει αυτό που είναι τα τελευταία 20 χρόνια: πιο καθαρή, αλλά εξίσου εξαρτημένη.
