Διαβάζουμε πὼς ἀμέσως μετὰ τὴν ὑπερψήφιση τοῦ νομοσχεδίου γιὰ τὸν ριζικὸ ἐπανακαθορισμὸ τοῦ κοινωνικοῦ καὶ νομικοῦ περιεχομένου τοῦ γάμου καί τῆς οἰκογένειας, ἡ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου γιόρτασε μαζὶ μὲ κυβερνητικὰ στελέχη καὶ πολίτες-ἀκτιβιστὲς ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τὰ ἐπινίκια σὲ οἰνοπωλεῖο πέριξ τῆς ὁδοῦ Φιλελλήνων, μὲ ἐξαιρετικὴ θέα στὸν πασίγνωστο γιὰ τὶς κουφικὲς διακοσμήσεις του Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίας Τριάδος τῆς ρωσόφωνης παροικίας.
Ὡς πολίτης, ὁμολογῶ ὅτι κοντοστάθηκα στὴν εἴδηση. Ἐξ ἐπόψεως νηστείας, τὴν Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου εἴχαμε «κατάλυσιν εἰς πάντα»: δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἀφορμὴ τῆς ἔκπληξής μου.
Ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ μετρήσω τὶς φορὲς ποὺ ἔχω ἀκούσει πὼς τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας εἶναι ὑπερκομματικό, ἑνωτικό, ἀξίωμα ἐγγύησης τῆς ἑνότητας, ἀξίωμα ἐξ ὁρισμοῦ μακριὰ ἀπὸ τὶς καθημερινὲς μάχες… τῶν νομοσχεδίων τοῦ κοινοβουλίου.
Καί, σημειωθήτω, ἡ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δὲν ἐπέλεξε νὰ στείλει ἕνα μήνυμα ἑορτάζοντας δημοσίως τὰ ἐπινίκια ἑνὸς ὁποιοδήποτε νομοσχεδίου, λαμβάνοντας στεντορείως θέση ὑπέρ του.
Ἀλλὰ ἑνὸς νομοσχεδίου κατὰ γενικὴ ὁμολογία βαθύτατα διχαστικοῦ γιὰ τὴν κοινωνία μας∙ καί, γιὰ τὴν ἀκρίβεια, πρωτοφανῶς διχαστικοῦ στὰ μεταπολιτευτικὰ χρονικὰ γιὰ τὴν ἴδια τὴν κυβερνῶσα παράταξη.
Προκειμένου νὰ κατανοήσουν οἱ ἀναγνῶστες γιατί ἐξεπλάγην, ἂς ἀναλογιστοῦν τὸ ἀντίστροφο ἐνδεχόμενο.
Νὰ εἶχε συνδειπνήσει ἡ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐκεῖνο τὸ βράδυ μὲ τοὺς πενῆντα κυβερνητικοὺς βουλευτὲς ποὺ εἴτε ρητῶς καταψήφισαν εἴτε σιωπηρῶς ἀπέφυγαν νὰ ὑπερψηφίσουν τὸ κυβερνητικὸ νομοσχέδιο.
Ἤ, σὲ παλαιότερα παραδείγματα, νὰ εἶχε δημοσιοποιήσει Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἑόρτια ἐπινίκια μετὰ τὶς ὑπερψηφίσεις ἐφαρμοστικῶν νόμων τῶν μνημονίων, ἢ τὸ βράδυ τῶν ἀποφάσεων ἀφαίρεσης ἀμυντικοῦ ὁπλισμοῦ ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ νησιὰ γιὰ ἀποστολὴ σὲ ξένες ἀμυνόμενες χῶρες. Δὲν θὰ ἦταν ἀλλόκοτο;
Κάποιες ὧρες νωρίτερα, ὁ Πρωθυπουργὸς Κυριάκος Μητσοτάκης εἶχε δηλώσει ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων: «ἢ παπᾶς παπᾶς ἢ ζευγᾶς ζευγᾶς». Προσπαθῶ νὰ ἐξεικονίσω στὸ νοῦ μου πῶς φαντάζονται ὅσοι ἐπαναλαμβάνουν τὰ παρόμοια τὸν «παπᾶ» ποὺ ὅμως δὲν εἶναι καὶ «ζευγᾶς», καὶ ὁμολογῶ τὴ δυσκολία μου.
Φανταζόμαστε κληρικοὺς ποὺ ἐξομολογοῦν ἰδιωτικά, τελοῦν τὴ Θεία Εὐχαριστία, κάνουν ἁγιασμούς, ἀλλὰ πέραν τούτων οὐδέν;
Μιλᾶμε γιὰ ἕναν κλῆρο ποὺ ὅταν τὸ ποίμνιο ζητεῖ τὴν καθοδήγησή του θὰ σιωπᾶ, μὴν τυχὸν καὶ καταστεῖ «ζευγᾶς» καὶ ἐκφύγει ὁρίων;
Μά, αὐτὸ θὰ ἦταν σαφὴς προδοσία τοῦ λειτουργήματος τοῦ κλήρου, ποὺ διακονεῖ συγκεκριμένες κοινότητες πιστῶν (στὸ δημόσιο χῶρο, ὄχι σὲ ἰδιωτικὰ λαγούμια) καὶ τὴ σύνολη κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας.
Διότι καὶ ἡ Ἐκκλησία κοινότητα ἀνθρώπων καὶ πολιτῶν εἶναι: δὲν ὑπάρχει μόνο ἡ «κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ+» στὴν ἑλληνικὴ ἐπικράτεια…
Ἢ μήπως καλεῖται ὁ ἐφημέριος κληρικὸς καὶ ὁ ἐπίσκοπος νὰ ἀπωλέσει τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτη, κατ’ ἐξοχὴν δὲ τὴν παρρησία; Καὶ ἐὰν ναί, ἐπὶ ποιᾶς βάσης;
Δὲν τολμῶ νὰ ὑποθέσω πὼς συμπολῖτες μου προσυπογράφουν τὴν ἐμφανῶς λανθασμένη ἀντίληψη πὼς «ἡ θρησκεία εἶναι ἰδιωτικὴ ὑπόθεση», ἀντίληψη μὲ ρίζες στὶς δυτικοευρωπαϊκὲς κοινωνίες καὶ στὴν ἀνάγκη κατασίγασης τῶν παθῶν μεταξὺ καθολικῶν καὶ προτεσταντῶν στὰ χρόνια μετὰ τὴ λουθηρανικὴ Μεταρρύθμιση.
Ἡ θρησκεία, ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ δημόσια καὶ ὄχι ἰδιωτικὴ ὑπόθεση — ἐξ οὗ καὶ ἡ «ἰδιωτικὴ προσευχὴ» δὲν ὑποκαθιστᾶ τὴ λειτουργικὴ σύναξη.
Διερωτᾶται κανεὶς καλόπιστα, τὸ «ἢ παπᾶς παπᾶς ἢ ζευγᾶς ζευγᾶς» δὲν λειτουργεῖ καὶ ἀντίστροφα;
Ἢ εἶναι ἀπολύτως φυσιολογικό το νὰ παροτρύνει σὲ τηλεοπτικὸ μήνυμα ὁ πρωθυπουργὸς ὡς πρὸς τὸ πῶς ἀκριβῶς θὰ προσευχηθοῦν οἱ πολῖτες ἐπὶ πανδημίας («ἰδιωτικά», ἐν προκειμένῳ — ὡς διάκονος, ἐπικροτῶ το ὅτι ἡ Πολιτεία προωθεῖ πολιτικὰ τή νοερὰ προσευχὴ) ἢ τὸ νὰ ἀποφαίνεται ὁ κυβερνητικὸς ἐκπρόσωπος στὴν τακτικὴ ἐνημέρωση συντακτῶν ὡς πρὸς τὸ τί συνιστᾶ ἁμαρτία γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τί ὄχι (18 Ἰανουαρίου 2024);
Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, ἂς σημειωθεῖ ἐδῶ πὼς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὄντως δὲν χρειάζεται τὶς ἐπιτροπὲς τῆς Βουλῆς γιὰ νὰ κοινοποιήσει τὶς θέσεις της στὴν κοινωνία καὶ στοὺς ἄρχοντες τοῦ τόπου: θὰ ἦταν ἐμφανῶς ἐκ τοῦ περισσοῦ.
Ἀξίζει ὅμως νὰ θυμηθοῦμε πὼς ὅταν συζητήθηκε σὲ αὐτὲς τὶς ἐπιτροπές το νὰ κληθεῖ ἐκπρόσΤοῦ Ἰωάννη Μπούτση Ἀρχιδιακόνου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν
Ὡς πολίτης, ὁμολογῶ ὅτι κοντοστάθηκα στήν εἴδηση. Ἐξ ἐπόψεως νηστείας, τήν Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου εἴχαμε «κατάλυσιν εἰς πάντα»: δέν εἶναι αὐτή ἡ ἀφορμή τῆς ἔκπληξής μου. Ἀλλά δέν μπορῶ νά μετρήσω τίς φορές πού ἔχω ἀκούσει πώς τό ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας εἶναι ὑπερκομματικό, ἑνωτικό, ἀξίωμα ἐγγύησης τῆς ἑνότητας, ἀξίωμα ἐξ ὁρισμοῦ μακριά ἀπό τίς καθημερινές μάχες τῶν νομοσχεδίων τοῦ κοινοβουλίου. Καί, σημειωθήτω, ἡ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δέν ἐπέλεξε νά στείλει ἕνα μήνυμα ἑορτάζοντας δημοσίως τά ἐπινίκια ἑνός ὁποιουδήποτε νομοσχεδίου, λαμβάνοντας στεντορείως θέση ὑπέρ του. Ἀλλά ἑνός νομοσχεδίου κατά γενική ὁμολογία βαθύτατα διχαστικοῦ γιά τήν κοινωνία μας∙ καί, γιά τήν ἀκρίβεια, πρωτοφανῶς διχαστικοῦ στά μεταπολιτευτικά χρονικά γιά τήν ἴδια τήν κυβερνῶσα παράταξη.
Προκειμένου νά κατανοήσουν οἱ ἀναγνῶστες γιατί ἐξεπλάγην, ἄς ἀναλογιστοῦν τό ἀντίστροφο ἐνδεχόμενο. Νά εἶχε συνδειπνήσει ἡ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐκεῖνο τό βράδυ μέ τούς πενῆντα κυβερνητικούς βουλευτές πού εἴτε ρητῶς καταψήφισαν εἴτε σιωπηρῶς ἀπέφυγαν νά ὑπερψηφίσουν τό κυβερνητικό νομοσχέδιο. Ἤ, σέ παλαιότερα παραδείγματα, νά εἶχε δημοσιοποιήσει ἡ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἑόρτια ἐπινίκια μετά τίς ὑπερψηφίσεις ἐφαρμοστικῶν νόμων τῶν μνημονίων, ἤ τό βράδυ τῶν ἀποφάσεων ἀφαίρεσης ἀμυντικοῦ ὁπλισμοῦ ἀπό τά ἑλληνικά νησιά γιά ἀποστολή σέ ξένες ἀμυνόμενες χῶρες. Δέν θά ἦταν ἀλλόκοτο;
Κάποιες ὧρες νωρίτερα, ὁ Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης εἶχε δηλώσει ἀπό τό βῆμα τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων: «ἤ παπᾶς παπᾶς ἤ ζευγᾶς ζευγᾶς». Προσπαθῶ νά ἐξεικονίσω στόν νοῦ μου πῶς φαντάζονται ὅσοι ἐπαναλαμβάνουν τά παρόμοια τόν «παπᾶ», πού ὅμως δέν εἶναι καί «ζευγᾶς», καί ὁμολογῶ τήν δυσκολία μου. Φανταζόμαστε κληρικούς πού ἐξομολογοῦν ἰδιωτικά, τελοῦν τήν Θεία Εὐχαριστία, κάνουν ἁγιασμούς, ἀλλά πέραν τούτων οὐδέν; Μιλᾶμε γιά ἕναν κλῆρο πού ὅταν τό ποίμνιο ζητεῖ τήν καθοδήγησή του θά σιωπᾶ, μήν τυχόν καί καταστεῖ «ζευγᾶς» καί ἐκφύγει ὁρίων; Μά, αὐτό θά ἦταν σαφής προδοσία τοῦ λειτουργήματος τοῦ κλήρου, πού διακονεῖ συγκεκριμένες κοινότητες πιστῶν (στόν δημόσιο χῶρο, ὄχι σέ ἰδιωτικά λαγούμια) καί τήν σύνολη κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας. Διότι καί ἡ Ἐκκλησία κοινότητα ἀνθρώπων καί πολιτῶν εἶναι: δέν ὑπάρχει μόνο ἡ «κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ+» στήν ἑλληνική ἐπικράτεια…
Ἤ μήπως καλεῖται ὁ ἐφημέριος κληρικός καί ὁ ἐπίσκοπος νά ἀπολέσει τά δικαιώματα τοῦ πολίτη, κατ’ ἐξοχήν δέ τήν παρρησία; Καί ἐάν ναί, ἐπί ποίας βάσης; Δέν τολμῶ νά ὑποθέσω πώς συμπολῖτες μου προσυπογράφουν τήν ἐμφανῶς λανθασμένη ἀντίληψη, πώς «ἡ θρησκεία εἶναι ἰδιωτική ὑπόθεση», ἀντίληψη μέ ρίζες στίς δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες καί στήν ἀνάγκη κατασίγασης τῶν παθῶν μεταξύ καθολικῶν καί προτεσταντῶν στά χρόνια μετά τήν λουθηρανική Μεταρρύθμιση. Ἡ θρησκεία, ἤ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ δημόσια καί ὄχι ἰδιωτική ὑπόθεση –ἐξ οὗ καί ἡ «ἰδιωτική προσευχή» δέν ὑποκαθιστᾶ τήν λειτουργική σύναξη. Διερωτᾶται κανείς καλόπιστα, τό «ἤ παπᾶς παπᾶς ἤ ζευγᾶς ζευγᾶς», δέν λειτουργεῖ καί ἀντίστροφα; Ἤ εἶναι ἀπολύτως φυσιολογικό τό νά παροτρύνει σέ τηλεοπτικό μήνυμα ὁ πρωθυπουργός ὡς πρός τό πῶς ἀκριβῶς θά προσευχηθοῦν οἱ πολῖτες ἐπί πανδημίας («ἰδιωτικά», ἐν προκειμένω –ὡς διάκονος, ἐπικροτῶ τό ὅτι ἡ Πολιτεία προωθεῖ πολιτικά τήν νοερά προσευχή) ἤ τό νά ἀποφαίνεται ὁ κυβερνητικός ἐκπρόσωπος στήν τακτική ἐνημέρωση συντακτῶν ὡς πρός τό τί συνιστᾶ ἁμαρτία γιά τήν Ἐκκλησία καί τί ὄχι (18 Ἰανουαρίου 2024);
Ἐπί τῇ εὐκαιρίᾳ, ἄς σημειωθεῖ ἐδῶ πώς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὄντως δέν χρειάζεται τίς ἐπιτροπές τῆς Βουλῆς γιά νά κοινοποιήσει τίς θέσεις της στήν κοινωνία καί στούς ἄρχοντες τοῦ τόπου: θά ἦταν ἐμφανῶς ἐκ τοῦ περισσοῦ. Ἀξίζει ὅμως νά θυμηθοῦμε πώς ὅταν συζητήθηκε σέ αὐτές τίς ἐπιτροπές τό νά κληθεῖ ἐκπρόσωπος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου δίπλα στόν ἐντυπωσιακό ἀριθμό ἑνώσεων ΛΟΑΤΚΙ+ πού ἐκλήθησαν γιά ἀκρόαση, οὕτως ὥστε νά ἐκφράσει τοποθέτηση, ἡ κυβερνητική ἀπάντηση ἦταν (ὀρθῶς) πώς ἡ Ἐκκλησία ἔχει γνωστοποιήσει τίς θέσεις της καί τίς γνωρίζουμε.
Προσωπικά εἶχα τήν αἴσθηση πώς οἱ θέσεις καί τά αἰτήματα τῶν ὀργανώσεων τῆς ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητος ὡς πρός τό ἐν θέματι νομοσχέδιο ἦταν ἐπίσης ἀρκούντως γνωστά καί ἐπαρκῶς κατατεθειμένα στόν δημόσιο λόγο.
Ἀλλά ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐάν κάτι ἐπεσήμανε δημόσια ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος πέρα ἀπό τήν θεολογική της τοποθέτηση, αὐτό εἶναι τό γεγονός ὅτι ὅταν μεταβαίνει κανείς ἀπό ρυθμίσεις συμφώνων συμβίωσης σέ πολιτικό γάμο, αὐτό συνεπάγεται γραμμικά πώς ὁποιοδήποτε ἔλλειμμα ἀπόλυτης ἐξίσωσης μεταξύ ἐγγάμων σχέσεων διαφορετικοῦ ἤ ἴδιου φύλου πέπρωται νά καταπέσει στά εὐρωπαϊκά δικαστήρια μέ τήν πρώτη προσφυγή δυνάμει τῆς ἤδη διαθέσιμης νομολογίας, ὅπως π.χ. τό ζήτημα τῆς παρένθετης μητέρας (ἐγκύκλιο σημείωμα 18ης Δεκεμβρίου 2023) ἤ τῶν ὅρων «πατέρας – μητέρα» πού συνιστοῦν διάκριση πού δέν ἐντοπίζεται στό πιό οὐδέτερο «γονέας Α΄ – γονέας Β΄». Στά ἴδια ἀκριβῶς συμπεράσματα ὡς πρός τό τί μέλλει γενέσθαι κατέληξαν καί ἄλλοι ἀπό τηλεοράσεως, ὅπως ὁ ἀξιότιμος κ. Γρηγόρης Βαλλιανᾶτος ἐξ επόψεως ΛΟΑΤΚΙ+. Ἐάν διδόταν λίγη προσοχή στό τί ἐπισημαίνουν οἱ «παπᾶδες-ζευγᾶδες», ἐνδεχομένως δεκάδες βουλευτές θά ἀπέφευγαν τηλεοπτικές δηλώσεις πού μπορεῖ νά τούς ἀκολουθοῦν στό μέλλον, ὅπως οἱ ἄπειρες παραλλαγές τοῦ «ἀρχικά εἶχα δεύτερες σκέψεις, ἀλλά τό ὅτι δέν θά προβλέπεται παρενθεσία στό νομοσχέδιο ἐν τέλει μέ ἔπεισε», πού ἀκούσαμε ἀπό τούς ἐξερχομένους τῶν κυβερνητικῶν φροντιστηρίων.
Ἐπιστρέφοντας στήν ἀφετηριακή ἀφορμή. Παρά τίς παρανοήσεις καί τίς τακτικά ἀναμασώμενες ἀνακρίβειες, ὁ «παπᾶς» εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ καί «ζευγᾶς» τοῦ δημοσίου χώρου, ἀφοῦ διακονεῖ ἕνα γεγονός κατ’ ἐξοχήν συλλογικό καί δημόσιο: τήν ζωή καί τήν κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας, μέ ζωντανές ἐνορίες ἀνθρώπων ἀπό τήν Ὀρεστιάδα μέχρι τήν Γαῦδο. Οἱ ὁποῖοι ἄνθρωποι, οἱ χριστιανοί, τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἄν μή τί ἄλλο, δικαιοῦνται νά φέρουν καί τά δικά τους «θέλω» στήν δημόσια ζωή τοῦ τόπου, διαλεγόμενοι μέ τό σύνολο τῆς κοινωνίας σέ κρίσιμα ζητήματα. Ἡ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ὅμως; Μπορεῖ νά εἶναι «καί ζευγᾶς»; Εἶναι κάποια «νίκη τῶν δικαιωμάτων» ἡ ἔκπτωση τοῦ ἀξιώματος τῆς Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ἀπό τόν ἑνωτικό, ὑπερκομματικό χαρακτῆρα του, ἡ ἐν τοῖς πράγμασι ἀποχώρηση ἀπό τό λειτούργημα τῆς ἐγγύησης τῆς ἑνότητας, καί ἡ συμμετοχή μέ δημόσια ἐπινίκια σέ ἕνα ἀπό τά πιό πολωτικά καί διχαστικά χαρακώματα τοῦ δημοσίου λόγου τά τελευταῖα πολλά χρόνια; Ἐπειδή, ἐκτός ἀπό διάκονος, εἶμαι καί πολίτης τῆς χώρας μου, τό ἐρώτημα μέ ἀπασχολεῖ καί μέ ἀφορᾶ μέ δριμύτητα. Καί, ὡς πολίτης τῆς χώρας μου, καταθέτω τήν γνώμη ὅτι ἀξίζει νά μή χαθεῖ ἀνεπίστρεπτα ἡ μάχη τῆς ὕπαρξης καί τῆς λειτουργίας ἑνός ὑπερκομματικοῦ θεσμοῦ μέ ἐπαγγελία ἐγγύησης τῆς ἑνότητας τοῦ λαοῦ μας.
Οἱ «παπᾶδες» ἄς εἶναι καί «ζευγᾶδες», ὅπως ἐπιτάσσει ἐξ ὁρισμοῦ ὁ ρόλος τους μέσα στήν ἀπολύτως δημόσια κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία καλεῖται νά συνυπάρξει διαλεκτικά μέ τό σύνολο τῆς κοινωνίας. Θά μέ ἀνέπαυε ὅμως ὡς Ἕλληνα πολίτη τό νά ἀπέχει ἡ ἀνώτατη, ὑπερκομματική καί ἑνωτική ἀρχή τοῦ κράτους μου ἀπό τό καθημερινό ζευγολατιό τῶν ἑκάστοτε κυβερνητικῶν νομοσχεδίων. Αὐτά, ὡς ταπεινές σκέψεις ἑνός διακόνου.ωπος τῆς Ἱερὰς Συνόδου δίπλα στὸν ἐντυπωσιακὸ ἀριθμὸ ἑνώσεων ΛΟΑΤΚΙ+ ποὺ ἐκλήθησαν γιὰ ἀκρόαση, οὕτως ὥστε νὰ ἐκφράσει τοποθέτηση, ἡ κυβερνητικὴ ἀπάντηση ἦταν (ὀρθῶς) πὼς ἡ Ἐκκλησία ἔχει γνωστοποιήσει τὶς θέσεις της καὶ τὶς γνωρίζουμε.
Προσωπικὰ εἶχα τὴν αἴσθηση πὼς οἱ θέσεις καὶ τὰ αἰτήματα τῶν ὀργανώσεων τῆς ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητος ὡς πρὸς τὸ ἐν θέματι νομοσχέδιο ἦταν ἐπίσης ἀρκούντως γνωστὰ καὶ ἐπαρκῶς κατατεθειμένα στὸ δημόσιο λόγο.
Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν κάτι ἐπεσήμανε δημόσια ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος πέρα ἀπὸ τὴ θεολογική της τοποθέτηση, αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὅταν μεταβαίνει κανεὶς ἀπὸ ρυθμίσεις συμφώνων συμβίωσης σὲ πολιτικὸ γάμο, αὐτὸ συνεπάγεται γραμμικὰ πὼς ὁποιοδήποτε ἔλλειμμα ἀπόλυτης ἐξίσωσης μεταξὺ ἐγγάμων σχέσεων διαφορετικοῦ ἢ ἴδιου φύλου πέπρωται νὰ καταπέσει στὰ εὐρωπαϊκὰ δικαστήρια μὲ τὴν πρώτη προσφυγὴ δυνάμει τῆς ἤδη διαθέσιμης νομολογίας, ὅπως π.χ. τὸ ζήτημα τῆς παρένθετης μητέρας (ἐγκύκλιο σημείωμα 18ης Δεκεμβρίου 2023) ἢ τῶν ὅρων «πατέρας–μητέρα» ποὺ συνιστοῦν διάκριση ποὺ δὲν ἐντοπίζεται στὸ πιὸ οὐδέτερο «γονέας Α΄–γονέας Β΄».
Στὰ ἴδια ἀκριβῶς συμπεράσματα ὡς πρὸς τὸ τί μέλλει γενέσθαι κατέληξαν καὶ ἄλλοι ἀπὸ τηλοψίας, ὅπως ὁ ἀξιότιμος κ. Γρηγόρης Βαλλιανάτος ἐξ ἐπόψεως ΛΟΑΤΚΙ+.
Ἐὰν διδόταν λίγη προσοχὴ στὸ τί ἐπισημαίνουν οἱ «παπᾶδες-ζευγᾶδες», ἐνδεχομένως δεκάδες βουλευτὲς θὰ ἀπέφευγαν τηλεοπτικὲς δηλώσεις ποὺ μπορεῖ νὰ τοὺς ἀκολουθοῦν στὸ μέλλον, ὅπως οἱ ἄπειρες παραλλαγές του «ἀρχικὰ εἶχα δεύτερες σκέψεις, ἀλλά το ὅτι δὲν θὰ προβλέπεται παρενθεσία στὸ νομοσχέδιο ἐν τέλει μὲ ἔπεισε» ποὺ ἀκούσαμε ἀπὸ τοὺς ἐξερχομένους τῶν κυβερνητικῶν φροντιστηρίων.
Ἐπιστρέφοντας στὴν ἀφετηριακὴ ἀφορμή. Παρὰ τὶς παρανοήσεις καὶ τὶς τακτικὰ ἀναμασώμενες ἀνακρίβειες, ὁ «παπᾶς» εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ καὶ «ζευγᾶς» τοῦ δημοσίου χώρου, ἀφοῦ διακονεῖ ἕνα γεγονὸς κατ’ ἐξοχὴν συλλογικὸ καὶ δημόσιο: τὴ ζωὴ καὶ τὴν κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας, μὲ ζωντανὲς ἐνορίες ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν Ὀρεστιάδα μέχρι τὴ Γαῦδο.
Οἱ ὁποῖοι ἄνθρωποι, οἱ χριστιανοί, τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἂν μή τι ἄλλο δικαιοῦνται νὰ φέρουν καὶ τὰ δικά τους «θέλω» στὴ δημόσια ζωὴ τοῦ τόπου, διαλεγόμενοι μὲ τὸ σύνολο τῆς κοινωνίας σὲ κρίσιμα ζητήματα. Ἡ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ὅμως; Μπορεῖ νὰ εἶναι «καὶ ζευγᾶς»;
Εἶναι κάποια «νίκη τῶν δικαιωμάτων» ἡ ἔκπτωση τοῦ ἀξιώματος τῆς Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ἀπό τον ἑνωτικό, ὑπερκομματικὸ χαρακτῆρα του, ἡ ἐν τοῖς πράγμασι ἀποχώρηση ἀπὸ τὸ λειτούργημα τῆς ἐγγύησης τῆς ἑνότητας, καὶ ἡ συμμετοχὴ μὲ δημόσια ἐπινίκια σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ πολωτικὰ καὶ διχαστικὰ χαρακώματα τοῦ δημοσίου λόγου τὰ τελευταῖα πολλὰ χρόνια;
Ἐπειδή, ἐκτὸς ἀπὸ διάκονος, εἶμαι καὶ πολίτης τῆς χώρας μου, τὸ ἐρώτημα μὲ ἀπασχολεῖ καὶ μὲ ἀφορᾶ μὲ δριμύτητα. Καί, ὡς πολίτης τῆς χώρας μου, καταθέτω τὴ γνώμη ὅτι ἀξίζει νὰ μὴ χαθεῖ ἀνεπίστρεπτα ἡ μάχη τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς λειτουργίας ἑνὸς ὑπερκομματικοῦ θεσμοῦ μὲ ἐπαγγελία ἐγγύησης τῆς ἑνότητας τοῦ λαοῦ μας.
Οἱ «παπᾶδες» ἂς εἶναι καὶ «ζευγᾶδες», ὅπως ἐπιτάσσει ἐξ ὁρισμοῦ ὁ ρόλος τους μέσα στὴν ἀπολύτως δημόσια κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ συνυπάρξει διαλεκτικὰ μὲ τὸ σύνολο τῆς κοινωνίας.
Θὰ μὲ ἀνέπαυε ὅμως ὡς Ἕλληνα πολίτη το νὰ ἀπέχει ἡ ἀνώτατη, ὑπερκομματικὴ καὶ ἑνωτικὴ ἀρχὴ τοῦ κράτους μου ἀπὸ τὸ καθημερινὸ ζευγολατιὸ τῶν ἑκάστοτε κυβερνητικῶν νομοσχεδίων. Αὐτά, ὡς ταπεινὲς σκέψεις ἑνὸς διακόνου.
Τοῦ Ἰωάννη Μπούτση, Ἀρχιδιακόνου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *