Το νεοελληνικό κράτος ξεκίνησε την ιστορική του ύπαρξη και πορεία ως ρομαντικό επινόημα των Ευρωπαίων «φιλελλήνων». Ο «λαός» που θα το αποτελούσε έβγαινε απευθείας από τα εγχειρίδια των πολιτικών ιδεών του «Διαφωτισμού», τα πραγματικά του γνωρίσματα και οι πραγματικές του ανάγκες δεν ενδιέφεραν κανέναν. Ο Κοραής και ο Ψυχάρης τού έφτιαξαν γλώσσα (ο καθένας με δική του συνταγή), ωσάν ως τότε να ήταν άγλωσσος ο λαός. Οι Βαυαροί του φτιάξανε πολίτευμα και θεσμούς, ωσάν ως τότε να μη λειτουργούσε οργανωμένος κοινωνικός βίος. Του κατασκεύασαν πρωτεύουσα βιάζοντας και ασελγώντας στην ιερότητα του αττικού τοπίου. Του στήσανε εκπαιδευτικό «σύστημα» τσίλικο, του φτιάξανε «κρατική» θρησκεία. Αυτός ο λαός που ξεσηκώθηκε ενάντια στους Τούρκους, δεν είχε πια τίποτε δικό του, μόνο την παραισθησιογόνο έμμονη ιδέα ότι βγαίνει απευθείας από τον χρυσούν αιώνα του Περικλή.

Η ωρίμανση της συλλογικής συνείδησης γίνεται με ρυθμούς απίστευτα βραδείς: Χρειάστηκαν εκατό χρόνια για να αρχίσει αμυδρά (δηλαδή μόνο χρησιμοθηρικά) να υποψιάζεται η ελλαδική κοινωνία ότι, και πριν από τον Κοραή και τους Βαυαρούς, κάποιο πολιτισμό σάρκωνε αυτός ο λαός και η γη του, πολιτισμό λαϊκό, δηλαδή σαρκωμένο (όχι ρομαντικό φάντασμα) σε αδιάκοπη συνέχεια χιλιάδων χρόνων. Κι αν δεν προσαρμοστεί το δάνειο (τεχνητό) κρατικό σχήμα στην πραγματικότητα (επιτέλους) του συγκεκριμένου λαού, στην ιδιαιτερότητα των αναγκών του, των ελαττωμάτων του και των αρετών του, αυτή η χώρα θα είναι πάντα θέατρο σκιών.

Με τη λεγόμενη «γενιά του ’30» ξεμύτισαν αυτές οι συνειδητοποιήσεις. Μοιάζει να χρειάζονται άλλα εκατό χρόνια για να ωριμάσει πολιτικό αποτέλεσμα. Ακούμε τους πολιτικούς, δεκαετίες τώρα, να κενολογούν για «εκσυγχρονισμό», και την «προοδευτική» διανόηση να κοάζει φαντασμένο και οργίλο αντιεθνικισμό στο όνομα πάντοτε της κοραϊκής «μετακένωσης». Και δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε, σε ποιον αιώνα έχει καθηλωθεί η νεοελληνική κοινωνία. Ωσάν όλοι να υπηρετούμε ακόμα το φαντασιοκόπημα της ex nihilo συγκρότησης κράτους «ευρωπαϊκού» – ωσάν να μην υπάρχει πια λαός με ρεαλιστικό ιστορικό παρελθόν, με ιδιαιτερότητα ιστορικών ευθυνών και τραυματικών συμπλεγμάτων.

Όποιος έρχεται σε κάποια επαφή με την «κρατική μηχανή» στη σημερινή Ελλάδα, απορεί και εξίσταται: πώς και ακόμα λειτουργεί συλλογικός βίος, πώς εξακολουθεί να υπάρχει κράτος ελληνώνυμο. Πώς γίνεται να δουλεύουν παραγωγικά και να φορολογούνται τόσο λίγοι, ενώ ταυτόχρονα τόσοι πολλοί κατακλέβουν ξεδιάντροπα τα κρατικά ταμεία. Πώς εξηγείται, να ψηφίζει ο «λαός» κατ’ εξακολούθησιν τους επιδέξιους σε επιδόσεις διαφθοράς και ανικανότητας.

Για την ιστορική έρευνα δεν έχουν καμμιά γονιμότητα (επομένως ούτε και ενδιαφέρον) τα υποθετικά ερωτήματα. Όμως, η ερευνητική περιέργεια δεν μπορεί να τα αποκλείσει, τουλάχιστον ως ενδείξεις συγκριτικών επιγνώσεων του «τελευταίου εκβάντος». Ποια, λ.χ., θα ήταν η ελληνικότητα του Νέου Ελληνισμού, αν η Ελληνική Επανάσταση είχε πετύχει στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και είχε αποτύχει στον Μοριά και στη Ρούμελη. Ποια θα ήταν η ελληνικότητα των Νεοελλήνων, αν δεν είχε δολοφονηθεί ο Καποδίστριας και δεν είχε υπάρξει Βαυαροκρατία – βίαιη, πειθαναγκαστική επιβολή των ιδεολογημάτων του Κοραή. Γιατί ο μικρασιατικός και ποντιακός Ελληνισμός που, ώς το 1922, είχαν κατορθώσει τον εκπληκτικό «εξευρωπαϊσμό» τους χωρίς να αλλοτριωθεί η ελληνική πολιτισμική τους ταυτότητα, γιατί δεν κινήθηκε ποτέ επαναστατικά εναντίον των Τούρκων;

Τα ερωτήματα βοηθάνε, ίσως, να συνειδητοποιήσουμε την αποφασιστική σημασία που είχαν για τον Ελληνισμό (για τη ζωή μας και την ποιότητα του κοινωνικού μας βίου) κάποια καταγωγικά της κρατικής μας υπόστασης γεγονότα. Είναι περισσότερο από φανερό ότι ελληνική κρατική αξιοπρέπεια δεν υπήρξε στα διακόσια χρόνια από τότε που «μετηλλάξαμεν τυράννους». Η ωρίμανση συλλογικής συνείδησης γίνεται με ρυθμούς απίστευτα βραδείς.

Χρήστος Γιανναράς

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.