//Οι αναντίρρητες σοσιαλιστικές ρίζες του φασισμού

Οι αναντίρρητες σοσιαλιστικές ρίζες του φασισμού

Του Εμμάνουελ Ρινκόν

Τις τελευταίες λίγες δεκαετίες διεξάγεται μια βαθιά συζήτηση για τις ιδεολογικές ρίζες του φασισμού, και πάνω απ’ όλα, παρατηρείται μια μεγάλη παρανόηση ως προς τις κολλεκτιβιστικές αρχές που προήγε αυτό το αυταρχικό κίνημα. Για να κατανοήσει κανείς καλύτερα αυτή την ιδεολογία είναι αναγκαίο να γνωρίζει σε βάθος τη ζωή, τις πεποιθήσεις και τις αρχές τόσο των πολιτικών (όπως του Μπενίτο Μουσολίνι), όσο και των φιλοσοφικών του ηγετών (όπως του Τζιοβάνι Τζεντίλε).

Ο Μουσολίνι ήταν ένας Ιταλός στρατιωτικός, δημοσιογράφος και πολιτικός που υπήρξε μέλος του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος για 14 χρόνια, το 1910, διορίστηκε αρχισυντάκτης της εβδομαδιαίας εφημερίας La Lotta di Classe (Η πάλη των τάξεων) και τον επόμενο χρόνο δημοσίευσε ένα δοκίμιο με τον τίτλο “Το Τρεντίνο στα μάτια ενός Σοσιαλιστή”. Η δημοσιογραφία και ο πολιτικός του ακτιβισμός τον οδήγησαν στη φυλακή, αλλά σύντομα μετά την αποφυλάκισή του, το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα – που αποκτούσε ολοένα και μεγαλύτερη ισχύ και είχε σημειώσει μια σημαντική νίκη στο Κογκρέσο της Ρέτζιο Εμίλια – τον έθεσε επικεφαλής της εφημερίδας Avanti! (Εμπρός) του Μιλάνου.

Αυτός ο έντονος πολιτικός ακτιβισμός ήρθε μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος αποτέλεσε ένα σημείο καμπής στη ζωή του Μουσολίνι. Στην αρχή, ως ένας ηγέτης του Σοσιαλιστικού Κόμματος ανήκε σε ένα αντι-παρεμβατικό κίνημα, που αντιτασσόταν στη συμμετοχή της Ιταλίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη συνέχεια όμως εντάχθηκε στους παρεμβατιστές, απόφαση που του κόστισε τη διαγραφή του από το Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Ο Μουσολίνι συμμετείχε στον πόλεμο και αξιοποίησε τη δυσαρέσκεια των Ιταλών, λόγω των λίγων ανταλλαγμάτων που απέκτησαν με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Στη συνέχεια κατηγόρησε γι’ αυτό τους πρώην συντρόφους του στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, και τότε ξεκίνησε ο σχηματισμός των Fasci Italiani di Combattimento που εξελίχθηκαν στο Ιταλικό Φασιστικό Κόμμα.

Βασιζόμενος έντονα στα εθνικιστικά αισθήματα που κυριαρχούσαν ως αποτέλεσμα του πολέμου, ο Μουσολίνι ανήλθε στην εξουσία διά της βίας, αγωνιζόμενος εναντίον των παραδοσιακών σοσιαλιστών και θωρακιζόμενος από τη διαβόητη επιλαρχία των μελανοχιτώνων. Τότε μόνο άρχισε να παίρνει σχήμα το ιδεολογικό σύμπλεγμα του φασισμού.

Ποιος ήταν ο ιδεολογικός πατέρας του φασισμού;

Σχεδόν όλοι γνωρίζουν ότι ο Καρλ Μαρξ είναι ο ιδεολογικός πατέρας του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού, και ότι ο Άνταμ Σμιθ είναι ο πατέρας του καπιταλισμού και του οικονομικού φιλελευθερισμού. Ξέρετε όμως ποιος είναι ο νους πίσω από τον φασισμό; Πιθανότατα όχι, και μπορώ να σας πω εκ των προτέρων ότι ο φιλόσοφος πίσω από τον φασισμό ήταν επίσης ένας ορκισμένος σοσιαλιστής.

Ο Τζιοβάνι Τζεντίλε, ένας νεοεγελιανός φιλόσοφος, ήταν ο διανοητικός πατέρας του “δόγματος του φασισμού” το οποίο συνέγραψε σε συνεργασία με τον Μπενίτο Μουσολίνι. Οι πηγές έμπνευσης του Τζεντίλε ήταν στοχαστές όπως ο Χέγκελ, ο Νίτσε και επίσης ο Καρλ Μαρξ.

Ο Τζεντίλε έφτασε μέχρι και να διακηρύξει ότι “ο φασισμός είναι μια μορφή σοσιαλισμού, και μάλιστα η πιο βιώσιμη μορφή του”. Μια από τις πιο συχνές ερμηνείες αυτής της φράσης είναι πως ο φασισμός είναι σοσιαλισμός που βασίζεται στην εθνική ταυτότητα.

Ο Τζεντίλε πίστευε πως όλες οι ιδιωτικές δράσεις πρέπει να στοχεύουν στην εξυπηρέτηση της κοινωνίας. Αντιτασσόταν στον ατομικισμό, καθώς για τον ίδιο δεν υπήρχε καμμία διάκριση ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο συμφέρον. Στις οικονομικές του προτάσεις, υπερασπιζόταν τον υποχρεωτικό κρατικό κορπορατισμό και ήθελε να επιβάλει ένα αυτάρκες κράτος (βασικά, πρόκειται για την ίδια συνταγή που θα χρησιμοποιούσε και ο Χίτλερ κάποια χρόνια μετά).

Μια βασική πτυχή της λογικής του Τζεντίλε ήταν πως η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι επιβλαβής καθώς εστιάζει στο άτομο, γεγονός που οδηγεί στην ιδιοτέλεια. Υπερασπιζόταν την “πραγματική δημοκρατία” υπό την οποία το άτομο θα υποτάσσεται στο κράτος. Με την έννοια αυτή, προέτασσε τις σχεδιασμένες οικονομίες όπου το κράτος είναι αυτό που καθορίζει τι, πόσο και πώς θα παραχθεί.

Ο Τζεντίλε και μια άλλη ομάδα φιλοσόφων δημιούργησαν τον μύθο του σοσιαλιστικού εθνικισμού, σύμφωνα με τον οποίο μια χώρα που διευθύνεται ορθά από μια ανώτερη ομάδα μπορεί να επιβιώσει χωρίς διεθνές εμπόριο, αρκεί όλα τα άτομα να υποτάσσονται στους σχεδιασμούς της κυβέρνησης. Ο στόχος ήταν η δημιουργία ενός κορπορατιστικού κράτους. Πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Μουσολίνι προήλθε από το παραδοσιακό Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, αλλά λόγω της ρήξης του με αυτό το παραδοσιακό μαρξιστικό κίνημα, και λόγω των ισχυρών εθνικιστικών συναισθημάτων που κυριαρχούσαν τότε, οι βάσεις για τη δημιουργία του νέου “εθνικιστικού σοσιαλισμού”, όπως ονόμαζαν τον φασισμό, ανατράπηκαν.

Ο φασισμός εθνικοποίησε τη βιομηχανία όπλων, όμως σε αντίθεση με τον παραδοσιακό σοσιαλισμό, δεν υποστήριζε ότι όλα τα μέσα παραγωγής πρέπει να ανήκουν στο κράτος, αλλά περισσότερο ότι το κράτος πρέπει να κυριαρχεί επί αυτών. Οι ιδιοκτήτες των βιομηχανιών θα “διατηρούσαν” τις επιχειρήσεις τους, αρκεί να υπηρετούσαν τις οδηγίες του κράτους. Αυτοί οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων επιτηρούνταν από δημόσιους αξιωματούχους και κατέβαλλαν υψηλούς φόρους. Ουσιαστικά, η “ιδιωτική ιδιοκτησία” δεν υπήρχε πλέον. Επίσης θεσπίστηκε φόρος επί του κεφαλαίου, η κατάσχεση αγαθών των θρησκευτικών κοινοτήτων και η κατάργηση των επισκοπικών ενοικίων. Ο κρατισμός ήταν το γενικό πρόσταγμα, χάρη στο εθνικιστικό και κολλεκτιβιστικό αυτό αφήγημα, και όλες οι προσπάθειες των πολιτών έπρεπε να ευνοούν το κράτος.

Φασισμός: το αντίθετο του φιλελευθερισμού και του καπιταλισμού.

Ο φασισμός υποστήριζε ότι αντιτίθεται στον φιλελεύθερο καπιταλισμό, αλλά και στον διεθνή σοσιαλισμό, εξ ου και η ιδέα του “τρίτου δρόμου”, της ίδιας θέσης που υποστήριξε χρόνια μετά και ο περονισμός στην Αργεντινή. Αυτή η αντίθεση στον διεθνή σοσιαλισμό και κομμουνισμό είναι ακριβώς αυτό που προκάλεσε τόσο μεγάλη σύγχυση ως προς την ιδεολογική τοποθέτηση του φασισμού, του ναζισμού και του περονισμού. Καθώς αυτές οι ιδεολογίες αντιμάχονταν την παραδοσιακή διεθνιστική μαρξιστική αριστερά, αποδόθηκαν στο ρεύμα των ακροδεξιών κινημάτων, ενώ η αλήθεια είναι πως, όπως καταδείχθηκε παραπάνω, οι συγκεντρωτικές οικονομικές πολιτικές τους διέπονταν από κολλεκτιβιστικές και σοσιαλιστικές αρχές, καθώς αντιτάσσονταν ανοιχτά στον καπιταλισμό και την ελεύθερη αγορά, και ευνοούσαν τον εθνικισμό και την αυτάρκεια.

Υπό την έννοια αυτή ο φασισμός, όπως διατυπώθηκε από τον φιλόσοφο που δημιούργησε αυτή την ιδεολογία, τον Τζιοβάνι Τζεντίλε, είναι μια ακόμη μορφή σοσιαλισμού – συνεπώς δεν επρόκειτο για μια μάχη της αριστεράς εναντίον της δεξιάς, αλλά μεταξύ διαφορετικών αριστερών ιδεολογιών, μιας διεθνιστικής και μιας εθνικιστικής.

Ο Μπενίτο Μουσολίνι μάλιστα το 1943 πρότεινε την “κοινωνικοποίηση της οικονομίας” γνωστή και ως φασιστική κοινωνικοποίηση. Για να το πετύχει αυτό, ζήτησε τις συμβουλές του ιδρυτή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, Νικόλα Μπομπάτσι, ο οποίος ήταν ο κύριος συγγραφέας του “Μανιφέστου της Βερόνας”, της ιστορικής διακήρυξης με την οποία ο φασισμός προήγε τη διαδικασία της οικονομικής “κοινωνικοποίησης” για να εμβαθύνει τον αντικαπιταλισμό και την αυτάρκεια, και με την οποία επίσης η Ιταλία έγινε γνωστή ως “Ιταλική Σοσιαλιστική Δημοκρατία”.

Στις 22 Απριλίου του 1945 στο Μιλάνο, ο φασίστας ηγέτης θα διακήρυττε τα εξής:

“Τα προγράμματά μας ξεκάθαρα ισοδυναμούν με τις επαναστατικές μας ιδέες και ανήκουν στο χώρο που στο δημοκρατικό καθεστώς ονομάζεται “αριστερά”. Οι θεσμοί μας είναι ένα άμεσο αποτέλεσμα των προγραμμάτων μας, και το ιδανικό μας είναι το Εργατικό Κράτος. Δεν μπορεί να υπάρχει καμία αμφιβολία περί αυτού: είμαστε η εργατική τάξη σε μια μάχη ζωής και θανάτου εναντίον του καπιταλισμού. Είμαστε οι επαναστάτες που αναζητούν μια νέα τάξη. Εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα, το να αναζητήσουμε βοήθεια από την μπουρζουαζία επικαλούμενοι δήθεν τον ερυθρό κίνδυνο θα είναι παράλογο. Το πραγματικό σκιάχτρο, ο πραγματικός κίνδυνος, η απειλή εναντίον της οποίας πολεμούμε αμείλικτα, προέρχεται από τη δεξιά. Δεν είναι καθόλου προς το συμφέρον μας να έχουμε ως σύμμαχο την καπιταλιστική μπουρζουαζία έναντι της απειλής του ερυθρού κινδύνου, καθώς στην καλύτερη περίπτωση θα επρόκειτο για έναν άπιστο σύμμαχο, που θα προσπαθεί να μας κάνει να υπηρετήσουμε τους δικούς του σκοπούς, όπως έχει κάνει παραπάνω από μια φορές με κάποια επιτυχία. Δεν θα μακρηγορήσω γιατί είναι εντελώς περιττό. Είναι μάλιστα βλαβερό, καθώς μας κάνει να συγχέουμε τις μορφές των γνήσιων επαναστατών της οποιασδήποτε απόχρωσης με τον άνθρωπο της αντίδρασης που ενίοτε χρησιμοποιεί τη δική μας γλώσσα”.

Έξι μέρες μετά τις δηλώσεις του αυτές, ο Μπενίτο Μουσολίνι συνελήφθη και εκτελέστηκε.

*Ο Εμμάνουελ Ρινκόν (Emmanuel Rincón) είναι νομικός, συγγραφέας και δοκιμιογράφος, αρχισυντάκτης του El American.

**Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 27 Νοεμβρίου 2021 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του Foundation for Economic Education και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ – Μάρκος Δραγούμης.

liberal