//Με τη ρήση του «η Κύπρος κείται μακράν», ο Καραμανλής έδωσε ασυλία στην Τουρκία και επέτρεψε στους Αμερικανούς τη στήριξη του δεύτερου Αττίλα

Με τη ρήση του «η Κύπρος κείται μακράν», ο Καραμανλής έδωσε ασυλία στην Τουρκία και επέτρεψε στους Αμερικανούς τη στήριξη του δεύτερου Αττίλα

Οι ευθύνες των πολιτικών της Αθήνας για τον Αττίλα 2 είναι τεράστιες

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ

Μεταπολίτευση ονομάστηκε η περίοδος που ξεκίνησε με την κατάρρευση της δικτατορίας τον Ιούλιο του 1974 ύστερα από το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Κάποιοι υποστηρίζουν, με σοβαρά  επιχειρήματα, ότι η περίοδος της Μεταπολίτευσης τελείωσε με την οικονομική κρίση και την είσοδο της χώρας στην εποχή των μνημονίων. Η συζήτηση όχι μόνο για το τέλος της Μεταπολίτευσης αλλά και ως αποτίμηση μιας εποχής είναι έντονη τα τελευταία χρόνια.

Προ της μνημονιακής εποχής η αποτίμηση αυτής της περιόδου ήταν περισσότερο θετική παρά αρνητική. Το αντίθετο συμβαίνει σήμερα με πολλές αναλύσεις να κάνουν λόγο για χρεοκοπία της. Ασφαλώς η πορεία και τα πεπραγμένα της Μεταπολίτευσης κρίνονται και ανάλογα από ποια πολιτική, ιδεολογική ή ακόμη και κομματική οπτική γωνία την βλέπει κανείς.

  • Η δικτατορία δεν ανατράπηκε με κάποια λαϊκή εξέγερση, μετεξελίχθηκε λόγω της κυπριακής τραγωδίας και πολλές πολιτικές και κρατικές δομές της έμειναν ανέπαφες. Θυμίζω την παραμονή στην προεδρία της Δημοκρατίας του Φαίδωνα Γκιζίκη, διορισμένου από τη δικτατορία Ιωαννίδη, την παραμονή της ίδιας στρατιωτικής ηγεσίας που διενήργησε το πραξικόπημα στην Κύπρο και την παραμονή των ίδιων διοικητικών δομών εξουσίας που υπήρχαν και επί δικτατορίας. Κάποιες αλλαγές που έγιναν σταδιακά ήταν επιφανειακές ενώ αφομοιώθηκε πολιτικά και κομματικά το στελεχιακό δυναμικό της δικτατορίας. Εν ολίγοις οι κρατικές δομές πολύ λίγο άλλαξαν, ειδικά την πρώτη περίοδο της Μεταπολίτευσης.

Εντούτοις, παρά τα βαρίδια αυτά που κληροδοτήθηκαν, στη Μεταπολίτευση δημιουργήθηκε ένα θεσμικό πλαίσιο πολιτικής ομαλοποίησης και η χώρα εισήλθε σε ένα δημοκρατικό κοινοβουλευτικό πολίτευμα με ομαλή την εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία, με εκλογές το αποτέλεσμα των οποίων δεν αμφισβητείτο όπως συχνά συνέβαινε στο παρελθόν. Η Ελλάδα, με αυτή την έννοια, έγινε μια κανονική δημοκρατική χώρα,  χωρίς βεβαίως να σημαίνει ότι όλα λειτουργούσαν άψογα.

  • Βασικές αδυναμίες που παρέμεναν ήταν η διαφθορά, η ανεπάρκεια της διοίκησης, η αναποτελεσματική γραφειοκρατία όπως και το γιγάντωμα ενός πελατειακού συστήματος που δεν επέτρεπε την ομαλή ανάπτυξη της χώρας. Στον τομέα της οικονομίας το μοντέλο ανάπτυξης στηρίχτηκε στον τουρισμό, αποδομήθηκε, ξεπουλήθηκε η όποια βιομηχανία υπήρχε, η γεωργία επιβίωνε με τα ευρωπαϊκά κονδύλια χωρίς τις αναγκαίες δομικές αλλαγές, αναπτύχθηκε ένας κρατικοδίαιτος παρασιτισμός και ένας καταναλωτισμός που δεν στηριζόταν σε υγιείς παραγωγικές δομές με τα γνωστά αποτελέσματα.

Ουσιαστικά η Μεταπολίτευση, παρά τα θετικά της στοιχεία, τη δημοκρατικοποίηση της πολιτικής ζωής, τις θετικές κοινωνικές αλλαγές, τον περιορισμό των ανισοτήτων, την ενίσχυση της κοινωνικής πολιτικής, κατέρρευσε κάτω από τις ανομίες της, τη διαφθορά, την εξόγκωση του πελατειακού κράτους και μια ευρύτερη πολιτισμική κρίση που έβαλε στο περιθώριο ακόμη και τους ελάχιστους  αξιακούς κώδικες που διέπουν μια κοινωνία.

Από ένα σημείο  και έπειτα υπήρξε μια συνολική αποσύνθεση της ελληνικής κοινωνίας, ηθική, αξιακή, κοινωνική, οικονομική, πνευματική και εκπαιδευτική. Η Μεταπολίτευση δεν δικαίωσε τις προσδοκίες του ελληνικού λαού για την εγκαθίδρυση ενός σύγχρονου κράτους με ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Τα όποια κεκτημένα δεν ήταν αρκετά για να αποτρέψουν τη χρεοκοπία και την επιβολή των μνημονίων που οδήγησαν σε μια βαθιά κρίση, στην απαξίωση του πολιτικού συστήματος και των θεσμών, σε μια νέα μετανάστευση που στέρησε τη χώρα από τους νέους της και πολλούς επιστήμονες και φτωχοποίησε  μεγάλα κοινωνικά στρώματα.

Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική της χώρας και τα εθνικά θέματα, η Μεταπολίτευση ξεκίνησε με την εγκατάλειψη της Κύπρου με τη γνωστή ρήση του Κωνσταντίνου Καραμανλή «η Κύπρος κείται μακράν». Ήταν η επιλογή των Αμερικανών για την αποφυγή ενός ελληνοτουρκικού πολέμου και τη διάλυση της νοτιονατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας Καραμανλή ήταν σε θέση να αντιδράσει στον δεύτερο Αττίλα στην Κύπρο. Αν αντιδρούσε, οι Αμερικανοί δεν θα επέτρεπαν στην Τουρκία τη διεύρυνση του θύλακα που δημιούργησε με την απόβαση, σε περίοδο εκεχειρίας, ούτε φυσικά θα επέτρεπαν τον δεύτερο Αττίλα. Ουσιαστικά με τη ρήση του «η Κύπρος κείται μακράν», ο Καραμανλής έδωσε ασυλία στην Τουρκία και επέτρεψε στους Αμερικανούς τη στήριξη της δεύτερης τουρκικής προέλασης.

Η ελληνική αστική τάξη και οι πολιτικοί της είχαν προκρίνει κυβέρνηση Κανελλόπουλου-Μαύρου. Οι Αμερικανοί δεν συμφώνησαν και μέσω Αβέρωφ και άλλων πρακτόρων τους προώθησαν την δική τους λύση, αυτή του Καραμανλή. Τα γεγονότα είναι γνωστά. Επομένως ο Καραμανλής κινήθηκε με βάση τις αμερικανικές προδιαγραφές. Οι πράκτορες των Αμερικανών και οι σκληροί χουντικοί προωθούσαν τότε  αποδιοργάνωση του ελληνικού στρατού και διέδιδαν το γνωστό παραμύθι ότι δεν ήταν δυνατό να αντιμετωπιστεί στρατιωτικά η Τουρκία. Επρόκειτο για ψεύδος όπως απέδειξαν τα γεγονότα και οι σοβαρές μελέτες που έγιναν έκτοτε, όπως και οι μαρτυρίες κάποιων έντιμων Ελλήνων αξιωματικών. Απλώς η Τουρκία κινήθηκε με τις πλάτες των Αμερικανών και του ΝΑΤΟ. Οι οποίοι Αμερικανοί εξασφάλισαν μέσω των αρχηγών των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, κυρίως των Μπονάνου-αρχηγός ΓΕΕΘΑ- και Αραπάκη-αρχηγός ναυτικού- την ελληνική αδράνεια και  ακινητοποίηση. Την οποία επισφράγισε πολιτικά ο Καραμανλής. Κάπως έτσι εμποδίστηκαν τα υποβρύχια να πλεύσουν προς Κύπρο και μοίρες αεροπλάνων που στάθμευσαν για τον σκοπό αυτό στην Κρήτη, να πετάξουν προς Κύπρο.

Η προσπάθεια του Ανδρέα Παπανδρέου για τη δημιουργία του Ενιαίου Αμυντικού δόγματος με πρωτεργάτη τον Γεράσιμο Αρσένη, υπήρξε η μόνη σοβαρή προσπάθεια της Μεταπολίτευσης για προάσπιση της Κύπρου, μαζί με την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Το ενιαίο αμυντικό δόγμα εγκαταλείφθηκε από τον Σημίτη με το γνωστό φιάσκο των πυραύλων S 300.

Ασφαλώς η εξωτερική πολιτική της  Μεταπολίτευσης είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο που δεν μπορεί να παρουσιαστεί σε ένα σύντομο άρθρο, ούτε και οι πολλαπλές άλλες πτυχές του βίου της. Και η συζήτηση για τη σημαντική αυτή περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας θα συνεχιστεί  και τα επόμενα χρόνια.

*Πανεπιστημιακός, συγγραφέας της μυθιστορηματικής τριλογίας ΝΟΜΑΔΑΣ, Αθήνα, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017-2019

stephanos.constantinides@gmail.com

Πηγή: Απόψεις