//Δουλεύουμε 179 ημέρες τον χρόνο για φόρους και εισφορές

Δουλεύουμε 179 ημέρες τον χρόνο για φόρους και εισφορές

Το μισό χρόνο δουλεύουμε προκειμένου να πληρώνουμε φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Αυτό επιβεβαιώνει μελέτη του Κέντρου Φιλελευθέρων Μελετών – Μάρκος Δραγούμης η οποία καταγράφει τις συνολικές επιβαρύνσεις πολιτών και επιχειρήσεων από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές το 2021, με το ποσό να ανέρχεται σε 71,9 δισ. ευρώ, σχεδόν διπλάσιο από τα 44,4 δισ. που καταβάλλουν τα νοικοκυριά για την κάλυψη των βασικών τους αναγκών (διατροφή, ένδυση, στέγαση, οικιακά αγαθά, μεταφορές, επικοινωνίες).

Η Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας, μελέτη την οποία διεξάγει για 7η συνεχόμενη χρονιά στην Ελλάδα το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών – Μάρκος Δραγούμης (ΚΕΦίΜ) με στόχο να απεικονίσει με εύληπτο τρόπο τα φορολογικά βάρη των Ελλήνων, είναι η ημέρα που οι Έλληνες φορολογούμενοι θα απελευθερώνονταν από το βάρος των φόρων, αν με τα χρήματα που κέρδιζαν από την εργασία τους έπρεπε, πριν καλύψουν τις δικές τους ανάγκες, να αποπληρώσουν πρώτα τις υποχρεώσεις τους προς το κράτος.

Στη μελέτη διαπιστώνεται ότι τις 179 από τις 365 ημέρες του τρέχοντος χρόνου εργαστήκαμε προκειμένου να πληρώσουμε φόρους και εισφορές, με την Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας να έρχεται στις 29 Ιουνίου (σσ η Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας είναι η πρώτη ημέρα κατά την οποία το εισόδημα του φορολογούμενου, από κάθε πηγή, τού ανήκει εξ ολοκλήρου). Εάν, εξάλλου, συνυπολογιστεί το έλλειμμα, τότε η Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας μετατοπίζεται στην 10η Αυγούστου, με 221 ημέρες εργασίας.

Ειδικότερα, «το 2021 θα χρειαστεί να δουλέψουμε 75 ημέρες για την πληρωμή έμμεσων φόρων, 60 ημέρες για την πληρωμή ασφαλιστικών εισφορών, 43 ημέρες για την πληρωμή άμεσων φόρων και μία ημέρα για την πληρωμή των φόρων κεφαλαίου», σημειώνει στη μελέτη ο Κωνσταντίνος Σαραβάκος, συντονιστής Ερευνητικών Προγραμμάτων του ΚΕΦίΜ.

Προστέθηκαν 47 μέρες στην 20ετία

Συγκριτικά με την περσινή χρονιά, «το 2020 εργαστήκαμε για το κράτος 175 ημέρες, ενώ αν συνυπολογιστεί το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης, τότε η Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας το 2020 ήρθε 42 ημέρες αργότερα, δηλαδή την 6η Αυγούστου».

Στο παρελθόν δε, «την εικοσαετία από το 1999 έως το 2018 προστέθηκαν 47 παραπάνω ημέρες εργασίας για το κράτος. Συγκεκριμένα το 1999 εργαστήκαμε 139 ημέρες, το 2012 174 ημέρες, ενώ το 2018 φτάσαμε τις 186 ημέρες εργασίας για να πληρωθούν οι φόροι και οι εισφορές».

Η φετινή Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας έρχεται 42 μέρες αργότερα από τη χαμηλότερη της τελευταίας εικοσαετίας (2004). Η μετατόπιση αυτή, που αναδεικνύει τη ραγδαία αύξηση των φορολογικών βαρών που επωμίστηκαν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, αποτελεί «κληρονομιά» της μνημονιακής περιόδου. Ως το 2010, δουλεύαμε 137-147 ημέρες τον χρόνο, ενώ στη συνέχεια, λόγω δραματικής πτώσης του ΑΕΠ, αλλά και φοροεισπρακτικών μέτρων, οι αντίστοιχες ημέρες έφτασαν έως και τις 186 ημέρες το 2018.

Η Ελλάδα, καταγράφει μία από τις 7 υψηλότερες επιβαρύνσεις από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές για το 2019 με 12 ημέρες πάνω από τον μέσο όρο και αντίθετα, χαμηλότερο βαθμό αποτελεσματικότητας της κοινωνικής πολιτικής, σε σχέση με τον μέσο όρο για το 2019, όντας 24η ανάμεσα στις 26 Ευρωπαϊκές χώρες για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία και ταυτόχρονα σημειώνει την 8η υψηλότερη επιβάρυνση από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές στις 26 χώρες του δείγματος, για το ίδιο έτος.

«Τα διαχρονικά δεδομένα της Ημέρας Φορολογικής Ελευθερίας αναδεικνύουν δύο σημαντικά συμπεράσματα», αναφέρει από την πλευρά του ο πρόεδρος του ΚΕΦίΜ, Αλέξανδρος Σκούρας: «Αφενός, την εκτίναξη του φορολογικού βάρους που επωμίστηκαν πολίτες και επιχειρήσεις κατά την οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας εξαιτίας των συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών εκείνης της περιόδου, αφετέρου τη συγκράτηση αυτής της επικίνδυνης τάσης τα τελευταία δύο χρόνια.

Βεβαίως, όπως καταδεικνύει ο συνυπολογισμός των ελλειμμάτων, που φέτος για πρώτη φορά εντάσσεται στη μεθοδολογία της Ημέρας Φορολογικής Ελευθερίας, οι έκτακτες δαπάνες για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας είναι ένα δεδομένο που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη στη χάραξη της οικονομικής πολιτικής των επόμενων ετών», επισημαίνει ο πρόεδρος του Κέντρου.