//Τι τους θέλουμε τους νόμους, όταν δεν τηρούνται;

Τι τους θέλουμε τους νόμους, όταν δεν τηρούνται;

Έγινε χθες το συλλαλητήριο, παρά την αστυνομική απαγόρευση. Είχε προηγηθεί το καλοκαίρι η ψήφιση ενός νόμου που έβαζε τις πορείες και τις συγκεντρώσεις μέσα σε καθορισμένα πλαίσια. Από τότε έχουν γίνει και πορείες και διαδηλώσεις που οι διοργανωτές τους περιφρόνησαν βαθύτατα τον νόμο που μόλις είχε ψηφισθεί. Και άνευ συνεπειών, εννοείται. Γιατί αν υπήρχαν κυρώσεις στους παραβάτες, αυτό θα ήταν σχετικά παρήγορο.

Δυστυχώς, στην πατρίδα μας, και με αυτήν την κυβέρνηση, ψηφίζονται νόμοι για την δημιουργία εντυπώσεων και μόνον. Επιτυγχάνεται μια επικοινωνιακή προβολή τού αρμόδιου υπουργού που διαρκεί λίγο και μετά αρχίζει το ξήλωμα τού νόμου στην πράξη, εφ’ όσον αντιδρούν σε αυτόν συγκεκριμένες πολιτικές και κοινωνικές ομάδες.

Πρωτοπόρα σε αυτόν τον ευτελισμό του Κράτους είναι τα κόμματα της Αριστεράς, τα οποία ευθαρσώς, ξεδιάντροπα και ατιμωρητί, δηλώνουν πως τους νόμους με τους οποίους διαφωνούν θα τους καταργούν στην πράξη. Και είναι συνεπείς προς τις προθέσεις τους. Τους καταργούν.

Το ερώτημα βέβαια απευθύνεται προς τους κυβερνώντες οι οποίοι ανέχονται, απαθείς και ανήμποροι, την παραβίαση των νόμων που αυτοί ψήφισαν, οι περισσότεροι των οποίων αποτελούν μέρος του προγραμματικού τους λόγου. Έτσι εκτίθενται στα μάτια του δικού τους κόσμου.

Είναι γνωστό πως η Αριστερά, σε όλες τις εκδοχές της, έχει ως κεντρικό της πρόταγμα την ανυπακοή. Για το ΚΚΕ και τη λεγόμενη επαναστατική Αριστερά, η ανυπακοή αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα αμφισβήτησης της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Όταν ένα κόμμα δεν πειθαρχεί, δε σέβεται τους νόμους που ψήφισε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία και οι παραβάτες δεν τιμωρούνται για αυτό, τότε προάγει τη «δημοκρατία του πεζοδρομίου. Του όχλου». Το επιχείρημα τους είναι γνωστό. «Δε θα καθίσουμε στους καναπέδες. Θα ακυρώσουμε στην πράξη αυτόν τον νόμο». Και όταν τους ρωτάς «πώς τολμάς εσύ, το 7%, να ακυρώσεις έναν νόμο που εκφράζει τουλάχιστον το 40%», σου απαντούν «εμείς θα τον ακυρώσουμε και αν τολμάτε, τιμωρείστε μας».

Συνεπώς, μπροστά σε αυτήν τη θρασεία αμφισβήτηση του πολιτεύματος η κυβέρνηση τι κάνει;

Έχει τρεις επιλογές:

Επιλογή πρώτη: πριν νομοθετήσει, να συζητεί με την Αριστερά τον σχετικό νόμο και αφού λάβει την έγκριση της, να τον φέρει στη βουλή. Κάτι σαν συγκυβέρνηση.

Επιλογή δεύτερη :να κάνει αυτό που κάνει μέχρι τώρα. Να νομοθετεί και στη συνέχεια να αφήνει την Αριστερά να ξεφτιλίζει στα πεζοδρόμια τους νόμους με τους οποίους διαφωνεί. Κάτι καθόλου κολακευτικό για το κύρος των κυβερνώντων.

Επιλογή τρίτη: είναι αποφασισμένη να στηρίξει στην πράξη όσους νόμους ψηφίζει. Καμιά ανοχή στους παραβάτες. Αυτό βέβαια απαιτεί σοβαρότητα, αποφασιστικότητα και τη συγκρότηση πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών για την υποστήριξη των συγκεκριμένων νόμων.

Διαφορετικά, καλόν είναι η κυβέρνηση να ψηφίζει νόμους που μπορεί να τους υποστηρίξει στην πράξη. Νόμους που δε θα αμφισβητούν την κυριαρχία της Αριστεράς σε διάφορους κοινωνικούς χώρους, νόμους που δε θα δημιουργούν τομές και ανατροπές. Νόμους ανώδυνους. Βέβαια, σε μια τέτοια περίπτωση θα έχουμε μια κυβέρνηση διαχείρισης «εισερχομένων-εξερχομένων».

Ας προσέξουν λίγο οι κυβερνώντες. Βρίσκονται μερικά βήματα πριν από αυτήν την κατάσταση.

Σάκης Μουμτζής

liberal